Category Archives: ΠΘΙΤΚΑ

ΤΟΥ ΜΛΑΡ Τ’ ΑΓΙΑΣΟΤ

Τσείνα τα χρόνια, ένας Αγιασσώτ'ς που έκανι του τζαμπάζ, τσι γύρζι τα χουριά, πούλ'σι ένα μλαρ, σ' ένα Καστρινό

ΟΠΟΙΟΥΣ EX’ ΒΟΥΛΕΒΓΙΤΙ

Νέστουρας ανέβινι τ’ πατουμέν’ καβάλα πα στου γάδαρού ντ. Γι γ’ναίκα ντ πουρπάτγει απού πίσου. Τουν είδι ένας τσι τ’ λέγ’: – Ε Νέστουρα, γιατί συ καλ’τσέβ’ς τσι γι γ’ναίκα σ’ πουρπατεί; – Γιατί φτη δεν έχ’ γάδαρου, απάντ’σι Νέστουρας.

ΠΡΟΥΣΟΝ ΓΙΑ ΜΠΑΓΚΑΡ

Στράτ’ς του Γυρέλ’, γιου υπάλληλους τ’ Ταμείου τς Μυτιλήν’ς, συνάντ’σι στου δρόμου ένα γνουστό ντ παπά τσι πιάσαν κουβέντα. –    Ω παπά, ε μι βάζ’ς ιπίτρουπου σν ακκλησιά, μια τσι ξέρου τσι μιτρώ τς παράδις. –    Ε γίνιτι, ε Στρατήγ’,

ΒΑΛΑΜΙ ΛΟΥΚΑΝ’ΚΟΥ…

Ένας Αγιασώτ’ς, Θιος σχουρέσ’ τουν, σπούδαζι σπιτσέρ’ς σν Ιταλία, αλλά δυστυχώς ένι τέλειουνι πουτές. Πατέρασιντ, Μπάνους, είχι πλια μπαγιλντίσ’ να π’λεί λάδ’ τσι να τ’ στέν’ παράδις. Ένα καλουτσαίρ’, σ’ πάψις, τουν ρώτ’σι μ’ απουρία. – Ε Γιάνν’, τίντα ‘μαθις,

ΤΣΙΝΟΥΡΙΟΥΣ ΦΟΡΟΥΣ

Όταν πρωτοεφαρμόστηκε ο Φ.Π.Α., πολύς κόσμος παραξενεύτηκε και αναστατώθηκε και άλλος τόσος διερωτιότανε τι είναι αυτός ο φόρος. Την ίδια περίπου εποχή έκαναν λόγο οι τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα και οι εφημερίδες και για τη μάστιγα του αιώνα μας, το AIDS,

ΚΑΛΑ ΤΣ ΠΗΡΙΣ!

Ο πατήρ Ερμόλαος Χατζηαποστόλου (Πιτσλέλ’) διατέλεσε εφημέριος στον ιερό ναό Τιμίου Προδρόμου Λισβορίου κατά τα έτη 1953-1956 και όλοι όσοι τον θυμούνται μιλάνε με τα καλύτερα λόγια γι’ αυτόν. Ανάμεσα στα άλλα μιλάνε και για τη μεγάλη ευστροφία και ετοιμολογία

ΣΤΡΑΤΙΩΤ’Σ ΕΙΜΙ;

Πήγα τ’ μάνα μ’ στου γιατρό. Μαζί μι τς άλλις τς συμβουλές που τς δώτσι για τν αρρώστια τς, σι μια στιγμή τς λέγ’: – Γιαγιά, πρέπει να κινείσαι, να περπατάς, να γυμνάζεσαι. – Γιατί, στρατιώτ’ς είμι, απάντ’σι γη μάνα

ΓΙΑ ΝΑ ΖΓΙΑΖ’ ΜΙ ΤΝ ΟΥΡΑΝΤ…

Ένας για να πειράξ’ του Κστουφέλ’ του Χαλκά στου χουριό τουν ρώτ’σι: – Ε Κστουφέλ, γιατί κρέμιτι έδγιετς γη γλώσσα στου στσύλου σ’; Του Κστουφέλ’ έρξι μια ματιά στου στσύλου τσ’ απάντ’σι: – Για να ζγιάζ’ μι τν ουράντ, ρε

ΥΠΑΡΧΙΝ ΤΣΙ ΧΕΙΡΟΤΙΡΑ…

Πριν απί λίγου τσιρό ανταμώσαν δυο ηλικιουμέν’ Αγιασώτις. Γιου ένας φόργι πένθους στου χέριντ τσι ήνταν καταστιναχουριμένους, γιατί είχι χάσ’ τη γ’ναίκαντ. Γιου άλλους, που εν του’ χι μάθ’, ρώτ’σι μι απουρία. – Γιατί φουρείς πένθους; – Πέθανι γη γ’ναίκα

Απ’ του Καλάμ’ …

Μες στου Κάμπου φώναζι Αμπλίκους: – Κύριιιιιι, μας φέραν φρέσκα ψάρια στα ψαράδικα. Ρώτ’σι ένας που φοβούνταν φαίνιτι μην είνι απί του Κόλπου τς Γέρας. – Απού πού είνι, ε Τίν(ι), τα ψάρια; Λέγ(ι) Αμπλίκους: – Απ’ του Καλάμ’ …

ΜΠΙΖΕΡ’ΣΙΣ…

Γη μέρα είνι χ’μουνιάτ’σα τσι δε δ’λέβγιτι. Σ’μαζουμέν’ ένα γύρου στ’ σόμπα, κουβιντιάζιν γοι ιν’κουτσυροί μες στ’ Καλφαγιάνν’ του καφινέ. 10 γη ώρα του προυί. Να τσι προυβαίν’ απ’ τ’ αντ’γών’ Νέστουρας τ’ Αρβαν’τέλ’. –Άμα ν’ έμπ’ μέσα, να μην

ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟΥ ΜΑΣ ΕΛ(Ι)ΠΙ!

Δεν είνι πουλύς τσιρός που γη τρουχαία πιάσι του Χαραλάμπ’ του Δούκαρου, που πάγινι στ’ Βρισά μι του σαραβαλέλι ντ, ένα αγρουτικό όπελ, μουντέλου τ’ 55. Τ’ γυρέψαν τν άδεια, του τρίγουνου, τν ασφάλεια, τό’ να, τ’ άλλου. Στου τέλους

ΑΛΛΑΖΟΥΜΙ;

Νέστουρ’ς, σάνι τέλειουσι τς ιδ’λειέσιντ στου πριβουλέλ’, ανέβ’τσι στου γκαφινέ, στουν Άγιου Δ’μήτ’, κουρασμένους, α πιει ένα γκαφέ γη άθριπους. Στου παραδίπλα τού τραπέζ’ κάτ’ ντου ένας ειρηνουδίκ’ς τσι ίπ’νι τσι φτος τού καφέ ντ. Σάνι είδι του Νέστουρα, πιάσι

ΦΑΙΝΙΣΙ, ΓΙΕΜ’, ΦΑΙΝΙΣΙ!

Έπισι κάτου γη γριγιά στου κατήφουρου τ’ Γαλιτσέλ’. Πέρασι πα στν ώρα ένας ξένους (καθηγητής στου γυμνάσιου, αλλά ήνταν πάρα πουλύ αδύνατους). Σήκουσι απάνου τ’ γριγιά, τίναξί τνα, τσι θέτσι τνα πά στου πιζούλ’. Γη γριγιά αφού τουν καταϊφτσήστσι, ρώτσι

ΠΟΥ ΤΟΥ ΚΑΤΑΛΑΒΙΣ;

Κάντ’ντου Πρίνους ουδουντίατρους μες στ’ Μηνά του φραγκουραφτάδ’κου. Να τσι φάν’τσι σ’ πόρτα Τίν’ς γη Φασούλα, μι τη γ(ι)ναίκαντ, τν Αμαλία. Χιριτίσαν τσι κάτσαν. – Πού ίβγιτι έγιτια ώρα; – Ήρταμι, λέγ(ι) γη Αμαλία, δίπλα στου γιατρό που ‘νι για

ΟΞΑΠΙΔΩ!

Παγαίν(ι) ένας ζαβαλής Αγιασώτ’ς στα ψαράδ’κα να πάρ’ σμαρίδις. Τ’ λέγ(ι) ένας για να τουν πειράξ(ι). – Να, ρε, πάρι να φάν τα μουρά, τσι έδ’ξι δυο μιγάλις συναγρίδις ακριβές που είχι πα στου μπάγκου. – Τι λέγ(ι)ς, όξαπιδω, μπάτσι