ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑΣΟ

Ψάχνοντας κάποιο παραμελημένο συρτάρι, σταμάτησα για λίγο, καθώς βρέθηκα μπροστά σε ανάκατες ασπρόμαυρες φωτογραφίες, από τα παλιά. Διερωτήθηκα πώς τις είχα αφημένες έτσι. Τις άπλωσα στο τραπέζι και, καθώς ήμουν ήρεμη εκείνη τη στιγμή, μαγνητίστηκα από την αλλοκαιρινή γοητεία, μπροστά σε πόζες, τραβηγμένες στο σπίτι ή στο φωτογραφείο εκείνων των καιρών.
Default 2
Ο γραφικός λαϊκός ζωγράφος και περιοδεύων φωτογράφος Γρηγόρης Γεωργίου Λημναίος, καταγόμενος από το Δικελί της Μικράς Ασίας, ποζάρει, στο γέρμα του ανήμπορου βίου του, μπροστά στα κάγκελα του Γυμνασίου της Μυτιλήνης.(Από τη Συλλογή Γιάννη Χατζηβασιλείου)
 
Η αξία της φωτογραφίας σε όλο το μεγαλείο της. Η ομορφιά κάποιων άλλων καιρών, στο διαχρονικό ασπρόμαυρο, λες και ήθελε να μου μιλήσει. Να μου πει ιστορίες και γεγονότα από τα παλιά, να παραπονεθεί, γιατί την παραμέλησα στο βαθύ καρυδένιο συρτάρι. Φωτογραφίες του αδικοχαμένου μου παππού, του Μιλτιάδη Δημητρίου Χουτζαίου, καθώς του στέρησε τη ζωή ένας συγχωριανός του, στα 27 του χρόνια… Τις τράβηξε ο αδελφός του, ο μεγάλος φωτογράφος της αλλοτινής εποχής, ο Σίμος Χουτζαίος. Απλωμένες οι φωτογραφίες στο τραπέζι, με φέρνουν πίσω και προσπαθώ να πλησιάσω πρόσωπα και βλέμματα, που ίσως μου πούνε ιστορίες από το χτες, γνωστές και άγνωστες.
 
 
Θυμάμαι κάποια πόζα, που μας τράβηξε, όταν ήμαστε παιδιά, ένας πολύ καλός φωτογράφος, μέσα στην αυλή του εργαστηρίου του. Είχε μια φωτογραφική μηχανή τρίποδη, με ένα κουτί ψηλά και με φακό σκεπασμένο με ένα μαύρο μανίκι. Ήταν ο Στρατής Καμπάς, πολύ μερακλής στη δουλειά του. Θυμάμαι πως παιδευόταν ώρα πολλή, για να είναι τέλεια η φάτσα που θα απεικόνιζε στο γυαλιστερό χαρτί… Δίπλα του είχε και ένα κουβαδάκι με νερό, για να ξεπλένει τις φωτογραφίες. Έλεγε ένα σωρό αστεία, ελπίζοντας ότι θ’ αποσπάσει ένα αμυδρό χαμόγελο από τα φοβισμένα μεταπολεμικά παιδιά και ότι θα έχει τέλειο αποτέλεσμα στη δουλειά του. Ένα βρακοφόρο άνδρα θυμάμαι πως τον παίδευε αρκετή ώρα, για να τον καταφέρει ν’ αγκαλιάσει ελαφρά τη βρακοφόρα γυναίκα του στον ώμο, καθώς αυτός αντιδρούσε, επηρεασμένος από την τούρκικη νοοτροπία που τον βάραινε τόσα χρόνια. Ίδρωνε και ξαναΐδρωνε ο Καμπάς, ώσπου να καταφέρει το «χουιλού» τον Αγιασώτη, ν’ αλλάξει πόζα στη φωτογραφία του.
 
 
Άλλος μερακλής στη φωτογράφηση ήταν ο στρουμπουλός Προκοπής Κουρκουλής, με τα φανταχτερά κοντομάνικα πουκάμισα, δώρα του φίλου του, του μετανάστη… Πανταχού παρών, σε κάθε εκδήλωση, στην κλειστή συντηρητική κοινωνία της Αγιάσου, καλαμπουρτζής και αθυρόστομος. Στο ιλουστρασιόν χαρτί, με ασπρόμαυρο μοτίβο απεικόνιζε ό,τι φεύγει από τη σύντομη ζωή μας και δεν ξαναγυρίζει πια.
 
 
Αντίζηλος του Κουρκουλή ο χαρισματικός Στρατής ο Χουτζαίος. Ανέβαινε από τη Μυτιλήνη, ακόμη και μέσα στα χιόνια, στην αγαπημένη του Αγιάσο, και ήταν κι αυτός κοσμαγάπητος. Σπεσιαλίστας στη δουλειά του, με μεγάλη υπομονή, φωτογράφιζε κάθε εβδομάδα τους γιους μου, για να έχω πάντα ζωντανές τις μορφές τους μέσα από τις φωτογραφίες τους. Ήταν τότε που τα παιδιά γελούσαν ανέμελα και δεν ήταν φοβισμένα από τραυματικά γεγονότα, που κάποτε πλήγωσαν κάποια άλλα… Πάντα αναρωτιόμουνα, όταν έβλεπα στις παλιές φωτογραφίες μια βλοσυρή δασκάλα και γύρω της αγέλαστα, συνοφρυωμένα παιδιά, που τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά, κατά τον ποιητή…
 
 
Ακολουθεί ο Δουκάκης ο Χουτζαίος, πρόσφατα μακαρίτης, αεικίνητος και σεβνταλής για τη δουλειά του. Μάλλον προσπαθούσε να βαδίζει στα χνάρια του πατέρα του, του Σίμου. Του φωτογράφου των προπάππων, των πάππων και των πατεράδων μας, του καλλιτέχνη των ιστορικών και λαογραφικών φωτογραφιών, κάποιες από τις οποίες διασώθηκαν στο λεύκωμα που κυκλοφόρησε πριν από χρόνια. Σε γυρίζουν πίσω, στο πέρασμα του χρόνου, και ζεις νοερά σε άλλες μακρινές εποχές…
Default 5
Ο Δουκάκης-Στυλιανός Σίμου Χουτζαίος (1926-2005) έκλεισε την οικογενειακή παράδοση της καλλιτεχνικής, ιστορικής και λαογραφικής φωτογραφίας. (Τη φωτογραφία παραχώρησε η Αργυρώ Δουκάκη Χουτζαίου)
Άλλος χαρισματικός του είδους του ήταν ο Μυτιληνιός Γρηγόρης Λημναίος, γνωστός με το απαξιωτικό παρατσούκλι «Γλίτζους», λάτρης της αγιασώτικης γενιάς. Κατέγραψε ήθη, έθιμα, λεσβιακά τοπία και πρόσωπα.
 
 
Στη δεκαετία του ’60 κι αργότερα οι φωτογράφοι δεν προλάβαιναν να ξεκουραστούν, καθώς οι υποψήφιοι μετανάστες χρειάζονταν φωτογραφίες. Τα υπερατλαντικά προξενιά μόνο με το φωτογραφικό φακό έφερναν από κοντά τα ζευγάρια από τις μακρινές πατρίδες του πλανήτη μας. Κάποτε ο Κουρκουλής, φωτογραφίζοντας μια κακομούτσουνη κοπέλα, από την Αγιάσο, της είπε: Γέλασι, μουρή Μαρ’γούλ’, μη σι δει γι Αμιρικάνους τσ’ απουχ’πήσ’! Όταν ετοίμασε τη φωτογραφία και την είδε αυτή, του είπε: Ρε Κουρκουλή, γω είμι έγιουτ’; Μη χειρότιρα! Κι ο Κουρκουλής της απάντησε: Εμ μηδί Θιος ένι μπόρισι α σι σ’νιφέρ’, γω θα σι σουλουπώσου!
 
 
Αργότερα κυκλοφόρησαν στο εμπόριο οι πρώτες μικρές φωτογραφικές μηχανές. Κάποτε ο πατέρας μου, με μια τέτοια μηχανή μας πήγε τα παιδιά, να φωτογραφηθούμε στα Κουρκουλούτσια. Εγώ είχα πολύ βήχα, θυμάμαι, και καθώς ήθελε να στείλει τις φωτογραφίες στο θείο μας στη Νέα Υόρκη, για να δει τα κοστουμάκια μας, που αυτός μας τα έστειλε, νευρίασα τον πατέρα μου και μου έδωσε ένα χαστούκι, που με πλήγωσε στην ψυχή, καθώς ήμουν 8-9 χρόνων μόνο. Ποτέ δεν ήθελα να με κακομεταχειρίζονται οι μεγάλοι. Αυτή η φωτογραφία πάντα με γυρίζει πίσω και με λυπεί. Τα οικογενειακά λευκώματα μάς ταξιδεύουν στο κοντινό και στο μακρινό παρελθόν και μας κάνουν να ξαναζούμε νοερά στιγμές όμορφες και άσχημες, κοντά στα αγαπημένα μας πρόσωπα, που δε ζουν πια. Μας κάνουν να πιστεύουμε πως ο ιστός της ζωής μας είναι πολύ λεπτός και εύθραυστος και πως η αξία της ασπρόμαυρης διαχρονικής φωτογραφίας είναι ό,τι πιο πολύτιμο για τις μετέπειτα γενιές. Αυτό συνέβαινε, όταν η τεχνολογία δεν είχε να μας χαρίσει κάμερες και έγχρωμες παραστάσεις της ζωής, αλλά και ούτε την οθόνη της TV, για να ξαναζωντανεύει ανθρώπους και υποθέσεις, που έχουν γραφεί στο μακρινό παρελθόν.
 
 
Αποδίδουμε φόρο τιμής στους αξέχαστους φωτογράφους, που ακούραστα περπάτησαν τα ανηφορικά καλντερίμια της πανέμορφης παραδοσιακής μας Αγιάσου, για να χαρίσουν στους μετέπειτα αναμνήσεις και συγκινήσεις μέσα από το ασπρόμαυρο χαρτί της τέχνης τους με την αλλοκαιρινή γοητεία του.
ΜΥΡΣΙΝΗ ΒΑΜΒΑΚΑ – ΧΟΥΤΖΑΙΟΥ
περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 160/2007

Περιμένουμε τα σχόλιά σας!