ΣΤΡΑΤΗΣ Μ. ΑΞΙΟΜΑΚΑΡΟΥ

Συνηθίζουμε ν’ αποκαλούμε δίσεχτα τα χρόνια της δεκαετίας 1940 – 1950, κατά τη διάρκεια των οποίων ο ελληνικός λαός, αν και τσακισμένος από ιδιώνυμα, από διχτατορίες και από την τετράχρονη τριπλή φασιστική κατοχή, κατόρθωσε να βγει θριαμβευτής, γράφοντας το έπος της αθάνατης Εθνικής Εαμικής μας Αντίστασης, για να ’ρθει αμέσως μετά η ωμή και απροκάλυπτη, εγγλέζικη στην αρχή και αμερικάνικη ύστερα, επέμβαση και να μετατρέψει αυτόν το θρίαμβο στη μεγάλη τραγωδία του αδελφοκτόνου εμφύλιου πολέμου, ο οποίος συσσώρευσε μύρια όσα δεινά στον πολύπαθο λαό μας τα κατοπινά χρόνια. Λίγοι είναι πια ανάμεσά μας οι απλοί άνθρωποι του λαού μας, που βίωσαν στο πετσί τους τις τραυματικές εμπειρίες αυτής της περιόδου και που διαθέτουν ένα πλούσιο απόθεμα προσωπικών αναμνήσεων και βιωμάτων. Ένας από αυτούς είναι και ο Στρατής Μιχαήλ Αξιομακάρου, τον οποίο επισκεφτήκαμε στο σπίτι του το σαββατιάτικο πρωινό της 19ης του Ιούνη του 2004, για να του πάρουμε συνέντευξη. Αλλά ας αφήσουμε τον αγαπητό Στρατή να μας μεταφέρει στο κλίμα της δίσεχτης αυτής εποχής, μέσα από την αφοπλιστικά απλή αφήγηση των σπουδαιότερων φάσεων της ζωής του.
Default 2
Το Απολυτήριο που πήρε ο Στρατής Αξιομακάρου στις 28-02-1945 από το 22 Σύνταγμα Λέσβου της Ταξιαρχίας Αιγαίου ΕΛΑΣ.
Ο Στρατής Αξιομακάρου γεννήθηκε στις 9 του Απρίλη του 1922 στην Αγιάσο και ήταν παιδί της πολυμελούς φαμίλιας του Μιχάλη Παναγιώτη Αξιομακάρου (1889 – 1980) και της Αικατερίνης Ιωάννη Ακαμάτη (1893 – 1969). Όταν πρωτοείδε το φως της ζωής, ο πατέρας του πολεμούσε ακόμα στη Μικρασία. Νωρίτερα ήταν στη γνωστή Λεσβιακή Φάλαγγα, στο Λόχο των Λέσβιων πατριωτών που ήρθαν το 1912 από την Αμερική, για να συμβάλουν στην απελευθέρωση του νησιού μας από τους Τούρκους. Ο Στρατής καταγράφει τα πρώτα του βιώματα κατά την περίοδο της φτώχειας και της προσφυγιάς, όταν η πατρίδα προσπαθούσε ν’ αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες των Βαλκανικών πολέμων και της τραγικής Μικρασιατικής καταστροφής. Την περίοδο αυτή η εξαθλίωση των λαϊκών μαζών είχε οδηγήσει στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, το οποίο αντιμετωπίστηκε από την εξουσία με την ωμή βία, με ιδιώνυμα και με διχτατορίες. Θυμάται ο ίδιος:
 
Πιτσιρικάδες γυρίζαμε παρεούλες μέσα στην Αγορά και θυμάμαι τότες που ανοίγανε το δρόμο για το Σανατόριο. Οι Αγιασώτες εργάτες κατεβαίνανε με τους κασμάδες και κάνανε απεργία μέσα στην Αγορά. Γύρευαν δουλειά, δεν είχαν δουλειά. Και θυμάμαι που τους έπαιρναν εξορία. Ένας από τους πρωτεργάτες ήταν η Σούμα ο Νικόλας. Τον δέρνανε αλύπητα του Γιώργου τον πατέρα. Τους πιο δραστήριους τους πηγαίνανε στη Γαύδο. Βλέποντας την απεργία που έκαναν, έλεγα από μέσα μου «δίκιο έχουν». Έβλεπες τους άλλους, φορούσαν ρούχα, εμείς ξυπόλυτοι, κακοντυμένοι. Άσε πια τα άλλα… Ύστερα (ο Μεταξάς) κάνει τους φαλαγγίτες. Εγώ ήμουνα πιτσιρικάς. Άμα κατέβαινα στην Αγορά, κρυβόμουνα, για να μη με πιάσουν και με φορέσουν. Έλεγα κακό πράγμα είναι. Για να σε ντύνουν, να σου δίνουν ρούχα, να σε βάζουν να κάνεις καραγκιοζιλίκια, δεν είναι καλό. Τι γινόταν επί Μεταξά! Τι γινότανε!
 
Συνειδητοποιώντας πολύ γρήγορα την κοινωνική αδικία και την ταξικότητα του συστήματος, ωρίμασε πολιτικά και δεν άργησε να στρατευτεί στην ΕΠΟΝ, από τις τάξεις της οποίας συμμετείχε στον εθνικοαπελευθερωτικό – αντιφασιστικό αγώνα του ελληνικού λαού. Έζησε τις μεγαλειώδεις εκδηλώσεις του αγιασώτικου λαού στις 25 του Μάρτη του 1944, μέρα της εθνικής επετείου του 1821, και τα αιματηρά αντίποινα των Γερμανών καταχτητών στις 28 του Μάρτη του 1944. Θυμάται χαρακτηριστικά:
 
Στο Σταυρί ήμουνα. Ήμαστε μέσα στου Καραγκιοζέλη το τσαγκαράδικο. Πιτσιρικάδες γυρίζαμε εκεί. Εκεί καθόμαστε, ο Μιχάλης η Μαμή, ο Δημήτρης ο Σαρέλης… Οπότε ανέβαινε ο Γιώργος ο Ταμβακέλης, που είναι στην Αυστραλία, και λέει: Γερμανοί ήρθαν! Γερμανοί! Πού το ’μάθε; Μωρό αυτός, πιο μικρός από μας. Κι εμείς με το Γερμανοί βγαίνουμε απέξω, να φύγουμε. Και μόλις πήγαμε στου Δημήτρη του Δελόγκου το σπίτι, το πατρικό τους, κοντά στην Αγια-Τριάδα, βάζανε (τα πολυβόλα)… Εμείς, τοίχο τοίχο, τοίχο τοίχο, βρεθήκαμε στην Αγριά. Άμα πήγαμε στην Αγριά, πού να πάμε να κρυφτούμε; Μπήκαμε μέσα σε μια τάβλα, όπου ο Χατζηραβδέλης είχε γουρούνια. Και ήμαστε μέσα πολλοί. Νεαροί και μεγάλοι. Και λέγαμε: Άμα ακούσουν οι Γερμανοί τα γουρούνια και έρθουνε; Θα μας πιάσουν μέσα. Καθίσαμε εκεί. Νύχτωσε. Βάζανε, βάζανε… δεν ξέραμε τι γίνεται. Άμα σταματήσανε οι Γερμανοί, βγήκαμε έξω και μάθαμε. Σκοτώσανε το μωρό της Τσουλίκας, πιάσανε τον Πασχαλιά, σκοτώσανε το Γραμμέλη, τραυμάτισαν το Σαράντο το Μαλιάκα στην πόρτα, εκεί στον Απέσο…
 
Όταν έφυγαν οι Γερμανοί από το νησί, κατατάχτηκε στον εφεδρικό ΕΛΑΣ και συγκεκριμένα στο 2ο Λόχο του 22ου Συντάγματος Πεζικού της Ταξιαρχίας Αιγαίου, στις τάξεις του οποίου μπήκαν πολλοί παλιοί Αγιασώτες. Υπηρέτησε στο Στρατόπεδο του Καρά Τεπέ, στα έμπεδα που είχαν οι Γερμανοί και στα οποία φεύγοντας, μετά την απελευθέρωση, εγκατέλειψαν όπλα, αποθήκες και άλλα. Η πατρίδα όμως δεν επρόκειτο να χαρεί τη λευτεριά της, που για μια ακόμα φορά ακριβοπλήρωσε με το αίμα του λαού της. Μετά τους Γερμανούς έδειξαν τις προθέσεις τους οι Εγγλέζοι αποικιοκράτες, οι οποίοι με την ωμή και απροκάλυπτη επέμβασή τους το Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα οδήγησαν ουσιαστικά τη χώρα στον εμφύλιο σπαραγμό.
Τα Χριστούγεννα του 1944 επιχείρησαν ν’ αποβιβάσουν στη Μυτιλήνη τα αποικιακά τους στρατεύματα. Σύσσωμος όμως ο λεσβιακός λαός, ανταποκρινόμενος στο προσκλητήριο του ΕΑΜ, πρόταξε τα στήθη του και απέτρεψε την αποβίβαση των «μαύρων». Ο Στρατής κι όλος ο κόσμος του χωριού μας ήταν εκεί. Βροντοφωνάζοντας «Go back», έδιωξαν τους Εγγλέζους. Ήταν η πρώτη ήττα του βρετανικού ιμπεριαλισμού στην Ελλάδα.
 

Ε…, το Go back! Τότε, νεαροί κι εμείς, ακολουθούσαμε το ρεύμα. Κατεβήκαμε στη Μυτιλήνη. Τότες ήταν όλο το χωριό στο δρόμο, ήταν όλοι οι άνθρωποι ένα σώμα, μια ψυχή. Αρχηγός ο Τασιός. Κατεβαίνανε από το Σταυρί, από την πατουμένη του Μπογιατζή μιλιούνια. Γριές, γέροι, μωρά, …με βατοκόπους… έβρεχε…
Default 6
Ο Στρατής Μιχαήλ Αξιομακάρου ως οπλίτης του ΕΛΑΣ
 
Στη Μυτιλήνη ανταμώσαμε όλα τα χωριά. Το βράδυ φωνάζαμε τους Μυτιληνιούς να κατεβούν, για να αντιμετωπίσουμε τους αραπάδες. Οι πολλοί κατέβαιναν. Και μας έβαζαν οι άνθρωποι μέσα στα σπίτια τους. Άνθρωποι, να πούμε, σημαντικοί. Γιατροί, επιχειρηματίες… μας βάζανε μες στα σπίτια τους, μας ταΐζανε. Και πήγαμε στο λιμάνι, εκεί που έβγαιναν (οι «μαύροι»). Κάμποσοι είχαμε και όπλα. Τι όπλα δηλαδή; Πιστόλια είχαμε. Και (το σημείο που επιχείρησαν να αποβιβαστούν) ήταν εκεί που είναι τώρα το (Αρχαιολογικό) Μουσείο και ήμαστε ακροβολισμένοι, αλλά από τον κόσμο όλη τη νύχτα έβραζε η Μυτιλήνη. Πήγαν να βγουν έξω, χτυπούσανε (οι δικοί μας) με τα τσεκούρια τα σχοινιά, τελικά δε βγήκαν. Ύστερα πήγαν στη Χίο και βγήκαν.
Το Απολυτήριό του το υπογράφουν ο Αγιασώτης ανθυπολοχαγός Δημήτριος Παναγιώτη Καβαδάς, αναπληρώνοντας το Διοικητή του ΕΛΑΣ Βασίλη Ευλαμπίου, και ο καπετάνιος Δημήτριος Αποστόλου. Γυρίζει στο χωριό και αντιμετωπίζει, όπως όλος ο λαός και ιδίως οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, μια κατάσταση φοβερή. Βία και τρομοκρατία σε καθημερινή βάση έκαναν τη ζωή των δημοκρατικών πολιτών αφόρητη. Έτσι, ύστερα από ένα μικρό χρονικό διάστημα, βγήκαν οι πρώτοι καταδιωκόμενοι στο βουνό. Ήταν επικηρυγμένοι και καταζητούμενοι αρχικά από τους Γερμανούς και ύστερα από το επίσημο ελληνικό κράτος. Ο Στρατής θυμάται:
 
Default 10
Συνεξόριστοι στα Γιούρα (1948). Διακρίνονται, από αριστερά, ο Στρατής Αξιομακάρου, ο Μιχάλης Χατζηβαγιάνης, από το Κάτω Τρίτος, και ο Παναγιώτης Βαγιάνης, από την Πηγή.
Και φεύγανε στα βουνά οι άνθρωποι, πριν ακόμα φύγουν οι Γερμανοί! Εμείς από το χωριό πηγαίναμε σύνδεσμοι στο βουνό, βοηθούσαμε, όπως μπορούσαμε. Στην αρχή τα πράγματα ήταν υποφερτά. Αγρίεψαν όμως, όταν φούντωσε το αντάρτικο. Δε σε άφηναν να πας στο βουνό. Έπρεπε να πάρεις άδεια, να σε ψάξουν, να μην έχεις μαζί σου ψωμί και τέτοια. Ήτανε τέλη του 1945, όταν μια ομάδα νέων ανταποκριθήκαμε στο κάλεσμα του Κόμματος να βγούμε στο βουνό. Εγώ, ο Καμπάς (Προκόπης Χριστοφαρής), ο (Δημήτρης) Σαρέλης και άλλοι. Πήραμε σύνδεση και ανταμωθήκαμε με τους άλλους. Στην αρχή μας τροφοδοτούσε ο κόσμος. Ύστερα σφίξανε τα πράγματα, δεν είχες ούτε μια μπουκιά ψωμί να φας. Γυρίζαμε σ’ όλα τα τσαμλίκια του νησιού. Απ’ το «Περίτονο» στη «Φεράνα» κι από κει στον «Καβουροπόταμο». Προπαντός στο «Περίτονο». Η κατάσταση δυσκόλευε, γιατί πέρα από το πρόβλημα διαβίωσης, είχαμε και τις προδοσίες. Άμα μας έβλεπαν, μας πρόδιναν. Το χειμώνα δεν μπορούσαμε ν’ ανάψουμε φωτιά, να ζεσταθούμε.Τη μέρα έβλεπαν τον καπνό, τη νύχτα τη φλόγα. Η κατάσταση ήταν αφόρητη.
 
Ο Στρατής μέσα από τις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού Λέσβου πήρε μέρος στις μάχες που δόθηκαν στις θέσεις «Κουτσίνηραχ’» και «Περίτονο», καθώς και στην είσοδο των ανταρτών στον Κλωμηδάδο (Νάπη). Μας περιέγραψε τις αναμνήσεις του με ακρίβεια, αναπαριστώντας με απλότητα και ζωντάνια τις διάφορες φάσεις και σκηνές των μαχών. Μια από τις συγκλονιστικότερες αναφορές του ήταν αυτή του σκοτωμού του Γιώργου Αγρίτη, που ήταν ένα από τα πέντε θύματα των ανταρτών στη μάχη του «Περίτονου».
 
Λοιπόν, έπιασε ξημέρωνε. Μια ομάδα ανταρτών ήμαστε κρυμμένοι μέσα στις πευκάρες. Ανάμεσά τους ο Γιώργος Αγρίτης, ο Στέλιος Σαλαβάτης, ο Στρατής Καρέτος και άλλοι. Ο καθένας κοίταζε να κάνει το κουμάντο του, γιατί κανένας μετά το αναπάντεχο χτύπημα δε μας έδωσε καμιά διαταγή. Την ώρα που έπιασε πια να χαράζει, είδε ο Γιώργος (Αγρίτης) ένα μάυ. Πάει από πίσω του και τον πιάνει με το ένα χέρι από το σβέρκο, ενώ με το άλλο πιάνει την κάνη τον πολυβόλου του. Έκαναν μια παλεσιά εκεί… Την ώρα που ήταν στα χέρια και πήγε να βγάλει το πιστόλι ο Γιώργος, τους πήρε χαμπάρι ένας χωροφύλακας που γύριζε εκεί, πήγε κοντά και τον εκτέλεσε το Γιώργο εξ επαφής. Τη σκηνή την είδα. Αλλά σκοτώσανε και τον Καρέτο εκεί, έναν Τσουλέλη από την Αγία Παρασκευή, τραυματίσανε το Στέλιο το Σαλαβάτη, και τους φέρανε ύστερα πάνω στα μουλάρια. Από αυτή τη μάχη άλλος Αγιασώτης δε ζει, εκτός από το Δούκα. Το Κινίκ (Αριστείδης Βάλεσης) πέθανε, ο Ακριβλέλης πέθανε,… πεθάνανε όλοι, μωρέ. Ήταν μεγάλοι άνθρωποι. Θυμάμαι και τότε που μπήκαμε στον Κολομοντάδο. Ο (Νίκος) Θεοχάρης ήταν πολίτης. Τη μέρα που μπήκαμε στο χωριό αρραβωνιαζότανε. Και πήγαμε στον καφενέ και μας κέρασε.
 
Όταν γύρισαν όμως από τη Νάπη, προδόθηκαν τα μέρη όπου είχαν κρύψει τα τρόφιμα και τα εφόδιά τους και η κατάσταση έγινε πολύ δύσκολη. Σε συνεδρίαση που έγινε στα «Καμπιά» αποφασίζεται να κατεβούνε από το βουνό οι νέοι που δεν ήταν επικηρυγμένοι. Και κατεβήκανε από το βουνό ο Στρατής, ο Γαβριήλ Περιβολαρέλης, ο Δημήτρης Σαρέλης, ο Παναγιώτης Βαρβάκης και άλλοι. Ο Στρατής Ακριβλέλης ήταν κατεβασμένος νωρίτερα. Αξέχαστος κι ο γυρισμός.
Default 13
Συνεξόριστοι στα Γιούρα (1950). Διακρίνονται, από αριστερά, ο Στρατής Αξιομακάρου, ο Γαβριήλ Περιβολαρέλης, ο Ευρυβιάδης Μαϊστρέλης και ο Νίκος Ψυρκάς.
Βρεθήκαμε πάλι μες στο «Περίτονο», πείνα, χάλια, να μας δέρνει η χιονοθύελλα. Εγώ με το Σαρέλη, οι δυο μας. Ακολουθιόμαστε, να δούμε τι θα κάνουμε. Άμα πιάσαμε τα Πλατάνια, ανεβήκαμε στο χωριό απ’ τα βουνά. … Τελικά μας μάζεψαν στο σπίτι τους, που ήταν στην άκρη του χωριού, δυο γυναίκες, μάνα και κόρη. Μια μάνα -ο Θεός να τη συγχωρέσει- μάνα από κείνες! Ανθρωπος η γυναίκα… Μας βάλανε μέσα κι η γριά άναψε φωτιά. Εμείς είχαμε να φάμε μέρες, μουσκεμένοι. Κάθισα στη γωνιά και μόλις άναψε η φωτιά αποκοιμήθηκα. Ύστερα έβγαλαν τις κάλτσες μου. Τις κόψανε με το ψαλίδι, γιατί δεν έβγαιναν, καθώς τις φόραγα πολύ καιρό και ήταν και υγρές. Έβγαλαν τις κάλτσες μου και είπα στη γριά: Στενοχωριέμαι πολύ μη βρεις κανένα μπελά, εδώ πέρα. Τα πράγματα είναι… Μη στενοχωριέσαι, μου λέει. Ό,τι θέλουν ας κάνουν, ό,τι θέλουν ας κάνουν. Ψημένη γυναίκα!
 
Κάποιος γείτονας όμως τους είδε και έκανε γνωστή την παρουσία τους στην Αστυνομία. Το βράδυ έζωσαν το μέρος, για να τους εμποδίσουν να διαφύγουν, και το πρωί, με τη μεσολάβηση ενός ξάδερφου της μάνας του Στρατή, τους πήραν από το σπίτι και τους πήγαν στο τότε Γηροκομείο (Πρεβεντόριο), όπου ήταν κι άλλοι μέσα. Δηλαδή όσοι μέχρι τότε κατέβηκαν από το βουνό. Τους ανέκριναν στην Αστυνομία (Νέο Ξενώνα), αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τους κράτησαν για λίγο και από το Τμήμα τους πήγαν στις Ποινικές Φυλακές Μυτιλήνης.
Default 16
Από εκδήλωση στα Γιούρα (1950). Διακρίνονται, από αριστερά, ο Σπύρος Αχλιόπτας και ο Στρατής Αξιομακάρου (πρώτο ζευγάρι).
Στις Ποινικές πια, όταν πήγαμε, άλλαξε το σκηνικό όλο. Είχαμε μέσα οι κρατούμενοι όλα όσα θέλαμε. Την ελευθερία μας, μιλούσαμε πολιτικά, τραγουδούσαμε αντάρτικα τραγούδια, κάναμε γυμναστική. Όλη μέρα σειότανε (απ’ τα τραγούδια και τις φωνές)!
 
Ύστερα από ένα διάστημα τους περάσανε από στρατοδικείο σκοπιμότητας που βάσταξε πέντε μέρες. Δικάστηκαν για τη συμμετοχή τους στη μάχη σ’ «Κουτσίνηραχ’». Οι πέντε καταδικάστηκαν σε θάνατο και μεταξύ αυτών ο Μιχάλης Σαλαβάτης και ο Αριστείδης Βάλεσης. Η ποινή τους όμως τελικά δεν εκτελέστηκε. Και οι υπόλοιποι πέντε φορές ισόβια. Έτσι, από τις Ποινικές Φυλακές Μυτιλήνης, τους πάνε το 1947 στην Αίγινα ως βαρυποινίτες.
 
Άμα πήγαμε στην Αίγινα, μέσα στις φυλακές βρήκαμε πολλούς. Ήταν εκεί όλη η αφρόκρεμα. Ήταν και οι Δεκεμβριανοί εκεί. Είχαν δικαστεί για τα Δεκεμβριανά. Και σκοτώνανε. Κάθε μέρα από έναν. Παραπέρα τους σκοτώνανε.
 
Στη φυλακή της Αίγινας ήταν καλά οργανωμένοι, κάνανε μαθήματα, εκδηλώσεις, τα πάντα. Μετά από εφτά μήνες, μη μπορώντας να υποτάξουν το φρόνημά τους, τους κάνουν μεταγωγή στα Γιούρα. Για κει τράβηξαν κι άλλοι πολλοί Αγιασώτες από διάφορα ξερονήσια και φυλακές. Ο Γιάννης Πατράκης, ο Στρατής Γεωργαντής ή Μανώλης, ο Στρατής Ακριβλέλης, ο Όμηρος Κοντούλης, ο Σταύρος Καλέλης, ο Στρατής Γρημανέλης, ο Στρατής Αναστασέλης (Τασιός), ο Οδυσσέας Γζωντέλης (Τινός), ο Μιχάλης Πασχαλιάς, ο Παναγιώτης Χατζηραβδέλης ή Βράνης (Φούντα), ο Κώστας Αϊβαλιώτης (Καριγλάς), ο Παναγιώτης Πασχαλιάς και άλλοι.
 
Εκεί ήταν το πανηγύρι το καλό. Άμα μας βγάλανε στο νησί, μας ανεβάσανε σ’ ένα βουναλάκι κι εκεί μας κουρεύανε. Ο τόπος ήταν γεμάτος μαλλιά. Τα βάζανε μέσα στην τοιχοποιία, όπως βάζαμε το κιντίρ’ στο μπαγδατί. Με τα μαλλιά μας έχτιζαν τα ντουβάρια της φυλακής μας! Μας δέσανε μες στο στρατόπεδο με τη σειρά και μας κατανείμανε στους θαλάμους. Όλους εμάς τους νεαρούς μας βάλανε στον τέταρτο. Ήταν θάλαμος εργασίας. Εκεί που χτίζαμε τη φυλακή, στα καταναγκαστικά έργα. Όλη μέρα σπούσαμε και κουβαλούσαμε πέτρες, βάζαμε φουρνέλα, μολώναμε τη θάλασσα. Κουβαλούσαμε άμμο από τη θάλασσα για τα έργα της φυλακής. Και οι βασανιστές πάνω απ’ το κεφάλι μας. Άλλος επιτηρούσε εκατό, άλλος πενήντα, άλλος είκοσι. Τάδε μέρος θα πας, τούτο θα κάνεις. Όλη μέρα με το ραβδί. Όλη μέρα χτυπούσαν, όλη μέρα!
 
Την ίδια εποχή πέρασαν από κει για την εθνική τους «ανάνηψη» και ο Μιχάλης Συναδινός, ο Αντώνης Παπουτσής, ο Γαβριήλ Περιβολαρέλης, ο Στρατής Καβαδέλης, που τους φέρανε στα Γιούρα από την Κέρκυρα.
 
Θυμάμαι το Μιχάλη Συναδινό στα Γιούρα. Εκεί αυτός έκανε ένα εγχείρημα. Ήταν η πιο μεγάλη τρομοκρατία. Μας μάζεψαν, όλο το στρατόπεδο, πάνω σε μια πλαγιά και μας βάλανε καθήμενους τον έναν πάνω στα ποδάρια του άλλου, σειρές σειρές. Ήρθε ο Υπουργός Δημόσιων Έργων να μας κάνει ομιλία. Εκεί τον γνώρισα. Έκανε τότε κλεψιές στα έργα. Μίλαγε αυτός και δεν άκουγες ανασαιμιά. Ξαφνικά σηκώθηκε ένας όρθιος. Ο Μιχάλης Συναδινός. Σηκώθηκε όρθιος και ζήτησε το λόγο. Μας είπες, λέει, να εργαζόμαστε. Εμείς είμαστε πολιτικοί κρατούμενοι και οι συνθήκες που ζούμε δε μας επιτρέπουν να εργαστούμε. Θέλουμε να μας φέρετε βιβλία να μορφωθούμε. Μόλις τελείωσε το λόγο του ο Υπουργός, ακούμε στο χωνί: Ο Μιχάλης Συναδινός να ’ρθει στο Αρχιφυλακείο. Όλοι είπαμε: Πάει αυτός, τον τέλειωσαν. Κι όμως. Κύριος πήγε, κύριος ήρθε, δεν τον άγγιξαν. Επιβλήθηκε με τη δύναμη των λόγων του. Την ίδια τη μέρα μας βάλανε να κουβαλήσουμε ένα καΐκι σύρμα για τα μαγειρεία. Προπαντός δωσίλογους βάζανε και μας βασάνιζαν. Ήταν ένας που έσερνε ένα στειλιάρι και χτύπαγε στα τυφλά. Καθώς βαδίζαμε στην παραλία, σταματά ο Μιχάλης, γυρίζει σ’ αυτόν και του λέει: Να σε ρωτήσω κάτι. Γνωριζόμαστε, λέει, εμείς; Αυτός κοίταζε σαν χαζός! Λέει: Όχι, δε γνωριζόμαστε. Αφού δε γνωριζόμαστε, δε σε πειράξαμε, δεν έχουμε προηγούμενα, πώς σηκώνεις το ξύλο και μας χτυπάς; Επειδή σε βάζουν οι άλλοι; Ξέρεις για τι είμαστε εμείς μέσα στη φυλακή; Κι άρχισε να του μιλάει για κείνο και για τ’ άλλο… Απόμεινε σύξυλος ο βασανιστής, με το ραβδί στο χέρι! Ήταν παλικαράς ο Μιχάλης, ήξερε από πού θα σε πιάσει. Τολμηρός. Αλλά ύστερα αρρώστησε ο καημένος και χάθηκε μικρός.
Default 19
Το Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων της Μακροννήσου
Το 1949 ο Στρατής κατέβηκε στη Μυτιλήνη, για να δικαστεί μαζί με άλλους για την είσοδο των ανταρτών στον Κλωμηδάδο, αλλά στο μεταξύ είχε φύγει το Περιοδεύον Στρατοδικείο. Κάθισαν κάμποσο καιρό στο νησί, συνήλθαν και μετά ξαναπήγαν στην Αθήνα, όπου δικάστηκαν στο Ρουφ και απαλλάχτηκαν. Στη δίκη αυτή ήταν και οι Γαβριήλ Περιβολαρέλης, Στρατής Ακριβλέλης, Πάνος Καλέλης. Εκεί συναντήθηκαν και με τον Αντώνη Παπουτσή, που δικάστηκε και καταδικάστηκε τρεις φορές σε θάνατο, η ποινή του όμως δεν εκτελέστηκε. Μετά τη δίκη τούς ξαναπήγαν στα Γιούρα. Βγήκε το Μάρτη του 1951, με τα μέτρα ειρήνευσης της κυβέρνησης Πλαστήρα και Σοφοκλή Βενιζέλου. Συνολικά στην εξορία ο Στρατής έκανε πεντέμισι χρόνια, αλλά τα πολλά έκατσε στα Γιούρα. Κάνοντας τον απολογισμό του, κατασταλάζει σε κάποια συμπεράσματα.
 
Γνώρισα ανθρώπους που τους θαύμασα, γνώρισα και ανθρώπους που τους σιχάθηκα. Έλεγα και στους άλλους που ήμαστε μαζί: Μην τυχόν και ανοίξει κανείς το στόμα του, μην πάρετε άνθρωπο στο λαιμό σας. Εμείς πάθαμε ό,τι πάθαμε, θα λογοδοτήσουμε. Μην πάρετε άλλους ανθρώπους στο λαιμό σας. Εγώ ποτέ μου δεν έμπλεξα άνθρωπο.
 
Και αναφερόμενος στο ρόλο τόσο της ντόπιας ξενόδουλης άρχουσας τάξης, όσο και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που αιματοκυλούσαν, όπως και τώρα, τους λαούς, για να εξυπηρετήσουν τα γεωπολιτικά τους συμφέροντα, λέει:
 
Οι εδώ καθεστωτικοί ποτέ δεν είχαν μπέσα. Μετά τη Βάρκιζα εμείς παραδώσαμε τα όπλα κι αυτοί βία και τρομοκρατία, ξυλοδαρμούς και δολοφονίες, στρατοδικεία κι εκτελεστικά αποσπάσματα. Τέτοιοι ήταν πάντα. Μια ζωή εξαρτημένοι από τις ξένες δυνάμεις. Ό,τι πουν οι ξένοι, ναι λένε τούτοι. Τότες ήταν οι Εγγλέζοι. Οι φυλακές ήταν εγγλέζικες, οι επιθεωρητές Εγγλέζοι κι οι χειροπέδες μας ακόμα εγγλέζικες ήτανε!
 
 
Μόλις τέλειωσε ο εφιάλτης της εξορίας, γύρισε στο χωριό και παντρεύτηκε το 1952 με τη Μαριάνθη το γένος Θεοφάνη Αξιομακάρου, με την οποία απέκτησαν δυο παιδιά, το Μιχάλη, σιδεροκατασκευαστή, που μένει στην Αθήνα, και το Θεοφάνη, καφετζή, που ζει στην Αγιάσο. Ευτύχησε να δει μέχρι τώρα τέσσερα εγγόνια.
 
 
Τα μετεμφυλιακά χρόνια ήταν άγρια. Πολύ δύσκολα έβρισκες δουλειά. Ο Στρατής όμως ήταν τόσο καλός εργάτης, που δεν τον έδιωχνε κανείς. Πήγαινε, όπου τον φωνάζανε. Στο κλάδεμα, στο σκάψιμο, παντού. Ύστερα έγινε τσουκαλάς. Το 1970 έφυγε στην Αθήνα σε αναζήτηση καλύτερης τύχης.
 
Εγώ, άμα πήγα στην Αθήνα, πήγα σ’ ένα πρόχειρο (κατάλυμα)… Πήγα μονάχος μου. Τα μωρά και η γυναίκα ήταν εδώ. Όλη μου η περιουσία ήταν ένας γάιδαρος και μια κατσίκα! Δεν είχα λεφτά να φύγω, να πάω κάπου να σταθώ. Πήγα εκεί, έπιασα δουλειά με την πρώτη, πήρα ένα κρεβάτι, πήρα ένα ντιβάνι, πήρα μια καρέκλα… Ύστερα τους φώναξα (τους δικούς μου).
 
Προσπαθώντας να κατοχυρώσει σύνταξη, αναζήτησε μια δουλειά, που θα του εξασφάλιζε καθημερινό μεροκάματο, για να βάζει τα ένσημά του. Έτσι προσλήφτηκε σε μια εταιρεία. Μέσα σ’ ένα μήνα, από ανειδίκευτος εργάτης έγινε τεχνικός. Δούλεψε σαν τσιμεντοκονιαστής στην κατασκευή δημόσιων έργων, όπως φρεατίων για τα όμβρια νερά. Με την εργατικότητα και την ικανότητά του εξασφάλισε τελικά την πολυπόθητη σύνταξη του ΙΚΑ. Τα τελευταία χρόνια αγόρασε ένα σπιτάκι στο χωριό, το έφτιαξε και έρχεται τα καλοκαίρια. Το χειμώνα τον βγάζει στην Αθήνα.
 
 
Ο Στρατής υπήρξε ένας σεμνός αγωνιστής, ένα παλικάρι που υπηρέτησε με κίνδυνο της ζωής του το λαϊκό κίνημα, γέννημα θρέμμα της βιοπάλης, γνήσιο παιδί της εργατικής τάξης, που στα δίσεχτα χρόνια ακολούθησε το δρόμο των χιλιάδων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, που τίμησαν τον όρκο τους ξαναβγαίνοντας στο βουνό και που για δεκαετίες ολόκληρες έζησαν προγραμμένοι από το επίσημο μετεμφυλιακό κράτος, το οποίο μετέτρεψε την πατρίδα μας σε φυλακή για τους ίδιους τους απελευθερωτές της!
ΒΑΣ. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ – ΠΑΝ. ΚΟΥΤΣΚΟΥΔΗΣ
περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 147/2005

Περιμένουμε τα σχόλιά σας!