Tag Archives: ΑΡΒΑΝΙΤΕΛΗΣ

ΠΑΠΟΥΤΣΗΔΕΣ ΚΑΙ ΚΑΛΦΑΔΕΣ

Άλλοτε η Αγιάσος είχε πολλά εργαστήρια, ήταν αυτάρκης σε βιοτεχνικά και άλλα προϊόντα. Υπήρχαν σακοποιεία, βυρσοδεψεία, αγγειοπλαστεία, σιδηρουργεία, ξυλουργεία, μαχαιροποιεία, κετσετζίδικα, ραφεία, καπιστράδικα, σαμαράδικα, παπουτσίδικα και τόσα άλλα. Σήμερα πολλά επαγγέλματα έχουν εκλείψει. Τα περισσότερα εργαστήρια έκλεισαν είτε γιατί ο

ΑΓΙΑΣΟΣ: ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΡΥΘΜΟ ΖΩΗΣ

Ο αγαπητός φίλος μας και συνεργάτης της «Αγιάσου» δημοσιογράφος και λογοτέχνης Δημήτριος Λεοντής είχε την καλοσύνη ν’ αντιγράψει από την καθημερινή πρωινή πολιτική εφημερίδα της Μυτιλήνης «Ταχυδρόμος» (φύλλα 12ης και 13ης Αυγούστου 1930) τις αναδημοσιευμένες από την αθηναϊκή εφημερίδα «Ελεύθερον

ΑΣΒΕΣΤΟΠΟΙΙΑ ΚΑΙ ΑΣΒΕΣΤΟΠΟΙΟΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣΟΥ

Το επάγγελμα του ασβεστοποιού  Το επάγγελμα του ασβεστοποιού στην Αγιάσο είναι πολύ παλιό. Θα πρέπει να έχει τις ρίζες του από τα πρώτα χρόνια της ιστορίας της. Από τότε δηλαδή που η Αγιάσος άρχισε να συγκροτείται ως οικισμός. Κορυφαίος ασβεστοποιός

ΜΠΙΖΕΡ’ΣΙΣ…

Γη μέρα είνι χ’μουνιάτ’σα τσι δε δ’λέβγιτι. Σ’μαζουμέν’ ένα γύρου στ’ σόμπα, κουβιντιάζιν γοι ιν’κουτσυροί μες στ’ Καλφαγιάνν’ του καφινέ. 10 γη ώρα του προυί. Να τσι προυβαίν’ απ’ τ’ αντ’γών’ Νέστουρας τ’ Αρβαν’τέλ’. –Άμα ν’ έμπ’ μέσα, να μην

ΑΛΛΑΖΟΥΜΙ;

Νέστουρ’ς, σάνι τέλειουσι τς ιδ’λειέσιντ στου πριβουλέλ’, ανέβ’τσι στου γκαφινέ, στουν Άγιου Δ’μήτ’, κουρασμένους, α πιει ένα γκαφέ γη άθριπους. Στου παραδίπλα τού τραπέζ’ κάτ’ ντου ένας ειρηνουδίκ’ς τσι ίπ’νι τσι φτος τού καφέ ντ. Σάνι είδι του Νέστουρα, πιάσι

ΡΟΥΜΑΣΙ ΓΙ ΑΠΔΑΡΑ…

Δημητρός γι Ντιλόγκους, γι Απδάρα, είχι του τρόπου να προυκαλεί του Νέστουρα τσι να τουν κάν’ να λέγ’ τα πθίτκαντ. Μια μέρα λοιπόν ψλόβριχι. Ίβγι γι Απδάρα να φύγ’, αλλά μόλις έκανι δυο ζάλα ιλμπτζώστσι τσ’ έπισι κάτου. Νέστουρας που

Ε ΤΟΥ ΑΠΟΥΓΕΥΚΑ…

Γιώρ’ς του Τσουκαρέλ’, Δμήτ’ς Ντιλόγκους, γι Απδάρα, τσι Νέστουρας Αρβανίτ’ς καθούνταν μες σ’ Καλφαγιάνν’ του καφινέ. Έγτσι π’ καθούνταν πιάν’ μια μπόρα, ένα νιρό άλλου πράμα. Γιου Ντιλόγκους θέλσι να πειράξ’ του Νέστουρα τσι ρώτ’σιντουν: –Ε Νέστουρα, είνι καλό έγιουτου

ΙΡΟΥΤΙΒΜΕΝ’ ΕΙΣΤΙ;

Νέστουρας τ’ Αρβαν’τέλ’ μια φουρά πέρνα απόξου απ’ του Γυμνάσιου μι του γάδαρουντ. Ιπειδή του ζο έφτη τ’ μέρα ήνταν κουμμάτ’ αγγρισμένου, βάσταντου σφιχτά, κουντά απ’ του καπίστ’. Δυο σκουλειόπιδα, για να τουν πειράξιν, τουν ρουτησαν: –Ω μπάρμπα, πώς βαστάς