Tag Archives: ΧΡΙΣΤΟΦΑΡΗΣ

ΣΤΡΑΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΑΡΗΣ. Ένας Αγιασώτης πολυτεχνίτης…

ΣΤΡΑΤΗΣ ΚΑΜΠΑΣ

Με το παρανόμι του Καμπάς τον ήξεραν, όπως κι άλλους, μέσα στο χωριό. Με το επίθετο Xριστοφάρης τον ήξεραν πολύ λίγοι. Ήταν μουσικός. Έπαιζε τρομπόνι με την κομπανία των Ρόδανων - Σουσαμλήδων, που ήταν άφταστη στους χορούς και στα ρεμπέτικα

ΟΠΟΙΟΥΣ EX’ ΒΟΥΛΕΒΓΙΤΙ

Νέστουρας ανέβινι τ’ πατουμέν’ καβάλα πα στου γάδαρού ντ. Γι γ’ναίκα ντ πουρπάτγει απού πίσου. Τουν είδι ένας τσι τ’ λέγ’: – Ε Νέστουρα, γιατί συ καλ’τσέβ’ς τσι γι γ’ναίκα σ’ πουρπατεί; – Γιατί φτη δεν έχ’ γάδαρου, απάντ’σι Νέστουρας.

Ο ΚΛΑΡΙΝΙΣΤΑΣ ΚΑΙ ΚΙΘΑΡΙΣΤΑΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΡΟΔΑΝΟΣ

Στις 27-8-2003 είχα την ευκαιρία και τη χαρά να επισκεφτώ στο σπίτι του στην Αγιάσο, στην οδό Πρέσπας, το Σταύρο Ρόδανο, τον απόμαχο πια ουραγό της φαμίλιας, η οποία σημάδεψε τις μουσικές πραγματώσεις της Αγιάσου, αλλά και της Λέσβου γενικότερα,

ΜΙΑ ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΞΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑΣΟ

ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΦΩΝΗ, 18-06-1959

ΧΡΙΣΤΟΦΑΣ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΡΒΑΝΙΟΣ. Ο άνθρωπος, ο αγωνιστής, ο φωτογράφος

Ο Χριστόφας Ιωάννου Κουρβανιός (δεξιά) με το συστρατιώτη κουμπάρο του Βασίλειο Ευστρατίου Χριστοφαρή ή Καμπά, παλαιό καπιστρά της Αγιάσου. (Ξάνθη, 31-12-1925. 41ο Σύνταγμα Πεζικού, 6ος Λόχος). Ο Χριστόφας Κουρβανιός είδε το φως της ζωής στην Αγιάσο το 1900, αλλ’ η

ΑΓΙΑΣΩΤΕΣ ΔΕΣΜΩΤΕΣ ΣΤΗ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ

Πέρασε πάνω από μισός αιώνας από τότε που άνοιξε τις πύλες της η Μακρόνησος, σαν στρατόπεδο «εθνικής αναμόρφωσης». Δεκάδες χιλιάδες είναι οι στρατιώτες απ’ όλες τις μονάδες, που πέρασαν από το κολαστήριο αυτό. Πολύ περισσότεροι οι «προληπτικώς συλληφθέντες» πολίτες, άντρες

ΧΡΙΣΤΟΦΑΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Ένας από τους φωτισμένους δασκάλους, ένας από τους μύστες της θεατρικής παιδείας, ένας από τους ακάματους εργάτες της προκοπής του Αναγνωστηρίου «η Ανάπτυξη» Αγιάσου υπήρξε κι ο Χριστόφας Χατζηπαναγιώτης. Συνεχιστής, αλλά κι ανανεωτής μιας μακρόχρονης παράδοσης. Γεννήθηκε στην Αγιάσο το

ΣΤΡΑΤΙΩΤ’Σ ΕΙΜΙ;

Πήγα τ’ μάνα μ’ στου γιατρό. Μαζί μι τς άλλις τς συμβουλές που τς δώτσι για τν αρρώστια τς, σι μια στιγμή τς λέγ’: – Γιαγιά, πρέπει να κινείσαι, να περπατάς, να γυμνάζεσαι. – Γιατί, στρατιώτ’ς είμι, απάντ’σι γη μάνα

ΓΙΑ ΝΑ ΖΓΙΑΖ’ ΜΙ ΤΝ ΟΥΡΑΝΤ…

Ένας για να πειράξ’ του Κστουφέλ’ του Χαλκά στου χουριό τουν ρώτ’σι: – Ε Κστουφέλ, γιατί κρέμιτι έδγιετς γη γλώσσα στου στσύλου σ’; Του Κστουφέλ’ έρξι μια ματιά στου στσύλου τσ’ απάντ’σι: – Για να ζγιάζ’ μι τν ουράντ, ρε

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΕΙΑ

Αξιόλογα φωτογραφεία λειτούργησαν στο νησί μας από τα τέλη του περασμένου αιώνα ως τις μέρες μας. Φωτογράφοι καλλιτέχνες, με μέσα ελλιπή ή εξελιγμένα, δέσμευσαν από το ξέμακρο και το κοντινό παρελθόν γεγονότα, μαγευτικά τοπία, στιγμές της καθημερινής ζωής, γραφικούς τύπους,

ΝΑ ΠΔΩ ΝΑ ΤΑ ΒΑΖΟΥ…

Ξινόφς πήγι στου Μπάνου του Χατζην’κόλα, τ’ Σταφίδα, να τ’ πάρ’ τα μέτρα για ένα ζιβγάρ’ παπούτσια. –Να τα κάν’ς κουμμάτ’ φαρδιά φαρδιά, ε Μπάνου. –Πόσου φαρδιά τα θέλ’ς, ε Ξινόφ’, ρώτ’σι Μπάνους. –Να πδω απουπάνου απ’ τ’ σκάλα να

ΤΟΥ ΠΟΥΔΑΡ

Του γιατρό του Σάκη τουν θμούμι χρόνια στου Σανατόριου. Τ’ άριζι να κατιβαίν’ πουρπατάμινους απ’ του Σανατόριου στου χουριό, να κνει ένα μπαστούν’ καλαμένιου στου χέριντ τσι σιγά σιγά να ψέν’. Πουλλές φουρές, για να κόψ’ δρόμου, κατέβινι τ’ κατφόρα

ΝΑ ΣΦΑΛΕΙΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ Σ’ Σ’ ΒΟΛΤΙΣ…

Είχα ανιβεί απ’ τν Αυστραλία σν Αγιάσου ένα καλουτσαίρ’, για να μι δει γη μάνα μ’ τσι να δω τσι του χουριό κουμμάτ’, ύστιρα απί τόσα χρόνια που είχα σ’ ξινιτιά. Μια μέρα μσόβραδα ήθιλα να πάγου στ’ Μυτιλήν’. Εν

ΓΙ ΑΓΙΑΣΩΤ’Σ ΕΝ ΑΛΛΑΖ’…

Γιου Σύλλουγους γι αγιασώτκους στου Sydney ινημέρουσι τα μέληντ να μαζουχτούν για συνέλιφσ’ τσι ικλουγές. Έστλι γράμματα, του δημουσίιψι σν ιφημιρίδα, του ‘βαλι τσι στου ραδιόφουνου. Τ’ πρώτ’ τ’ Τσυριατσή ήρταν λίγ’, πουλύ λίγ’. Καθούνταν τσι του συζητούσαν γιου πρόιδρους

ΤΟΥ ΚΑΣΚΕΤΟΥ

Στυλιάν’ς, άμα ν ήρτι σν Αυστραλία, ίφιρι μαζίντ τσι μια πουλύ παλιά φουτουγραφία τ’ πατέραντ. Ήθιλι να τνι μιγαλύν’. Πήγι σ’ ένα καλό ιλληνικό φουτουγραφείου τσι λέγ’ στου φουτουγράφου. –Θέλου να τνι μιγαλύν’ς, να τνι κάν’ς έγχρουμ’ τσι να βγάλ’ς

ΟΧ’ ΟΥΛ’ ΑΚΟΜΑ

Ξινόφς, σάμπ’ γύρζι μια Τσυριατσή τσι χάζιβγι μες στου Κάμπου, μπρουστά στου πριβουλέλ’ τς Καφινταρίας, είδι ένα ταξί που σταμάτ’σι μπρουστάντ. Απού μέσα ίβγι ένας ξένους. Ξιντιμπιλιάστσι κουμμάτ’, ανέσανι βαθιά, λόγιαξι τριγύρου τα βνα, καρσί στουν Άγλια, ικανουποιημένους τσι είπι