ΛΗΞΙΑΡΧΙΚΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ_26/04/1931

Κατά τον παρελθόντα Μάρτιον εδηλώθησαν εις την Κοινότητα Αγιάσσου, αι κάτωθι γεννήσεις, γάμοι και θάνατοι

agiassos_19310426_statistiki

ΑΓΙΑΣΣΟΣ, 26-04-1931

ΑΣΒΕΣΤΟΠΟΙΙΑ ΚΑΙ ΑΣΒΕΣΤΟΠΟΙΟΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣΟΥ

Το επάγγελμα του ασβεστοποιού

 Το επάγγελμα του ασβεστοποιού στην Αγιάσο είναι πολύ παλιό. Θα πρέπει να έχει τις ρίζες του από τα πρώτα χρόνια της ιστορίας της. Από τότε δηλαδή που η Αγιάσος άρχισε να συγκροτείται ως οικισμός.

Κορυφαίος ασβεστοποιός της Αγιάσου ήταν ο Παρασκευάς Βασιλείου Κουδουνέλης, μαζί με τους πρώτους άλλους ασβεστοποιούς, όπως ήταν ο Βρανέλης, που είχε και το επώνυμο Ασβεστάς, και κάποιος Αρβανιτέλης. Πολύ παλαιός ασβεστάς ήταν και ο Μωυσής.

Η έρευνά μας ανάγεται στην εποχή από το 1870 και μετά. Πριν από το έτος αυτό θα πρέπει να ήταν ασβεστάδες οι γονείς των παραπάνω και θα πρέπει να εγκαταστάθηκαν στην Αγιάσο μαζί με τους άλλους πολλούς και διαφόρους επαγγελματίες που είχαν κάποια φοροαπαλλαγή. Συγκεκριμένα ο πρώτος μαρτυρημένος ασβεστοποιός της Αγιάσου, ο Βασίλειος Κουδουνέλης, ο πατέρας του Παρασκευά Κουδουνέλη, έλκει την καταγωγή του από την Ήπειρο.

Επίσης γνωστός ασβεστοποιός της δεκαετίας του 1930 και μετέπειτα ήταν ο Παναγιώτης Τσάκωνας, που είχε το μεγαλύτερο σε χωρητικότητα ασβεστοκάμινο στο Καμπούδι, κάτω από το σημερινό Ίδρυμα Ανιάτων και που έβγαζε 11.000 καντάρια ασβέστη, δηλαδή 484.000 οκάδες.

Οι παραπάνω έβγαλαν επαγγελματίες ασβεστοποιούς, τους γιους των, όπως ο Τζάνος Κουδουνέλης, ο Βασίλειος Κουδουνέλης, ο Κλεάνθης Κουδουνέλης και ο Ευστράτιος Κουδουνέλης. Από τους Βρανέληδες (Ασβεστάδες) ασβεστοποιοί βγήκαν ο Χριστόφας Βρανέλης και ο Ευστράτιος Βρανέλης.

Οι εργάτες λιώνουν ασβέστη για το νέο κτίριο του Αναγνωστηρίου, που θεμελιώθηκε το Σεπτέμβρη του 1962... Ο πρόεδρος Πάνος Πράτσος εποπτεύει...
Οι εργάτες λιώνουν ασβέστη για το νέο κτίριο του Αναγνωστηρίου, που θεμελιώθηκε το Σεπτέμβρη του 1962… Ο πρόεδρος Πάνος Πράτσος εποπτεύει…

Άλλοι που ασχολήθηκαν με το επάγγελμα του ασβεστοποιού ήταν ο Μιχαήλ Κουταλέλης, ο Δημήτριος Κουταλέλης, ο Ιωάννης Σιμέλης, ο Νικόλαος Βέτσικας, ο Αντώνιος Καλατζής, ο Παράσχος Λαμπρινός, ο Ευστράτιος Τοπαλής ή Μπάτα, ο Γρηγόριος Κουδουνέλης (συνεχιστής των Κουδουνέληδων ασβεστοποιών), ο Αθανάσιος Μαϊστρέλης, από τη Μικρασία, και ο γιος του Βασίλειος, που ασχολήθηκε πρόσκαιρα ως ασβεστοποιός και μετά έγινε αγροφύλακας. Άλλοι επαγγελματίες ασβεστοποιοί υπήρξαν ο Ευστράτιος Κωμαΐτης (Γούλα), ο Αθανάσιος Κωμαΐτης (Γούλα) και ο Μιχαήλ Παπαπορφυρίου ή Διακέλης.

Πού λειτουργούσαν τα καμίνια

Ασβεστοκάμινα είχαν κατασκευαστεί και λειτουργούσαν σε όλη την περιφέρεια της Αγιάσου, κυρίως όμως μέσα στον ελαιώνα και μέσα στα ρουμάνια, γιατί εκεί υπήρχε η καύσιμη ύλη, δηλαδή οι πρίνοι και τα κλαδιά από τα κλαδέματα και από τα σκολέματα των ελαιοκτημάτων. Η κυριότερη περιοχή όμως ήταν από το Καμπούδι μέχρι τη Φούσα. Πάνω σ’ όλο αυτό το βουνό υπάρχουν και σήμερα ακόμα διάσπαρτα παντού τα παλιά καμίνια, που μαρτυρούν τον κόπο και τα βάσανα των φτωχών εκείνων βιοπαλαιστών.

Πώς ετοιμαζόταν το καμίνι

Ανάλογα με τη χωρητικότητα που επιθυμούσε ο ασβεστοποιός, ανοιγόταν με τον κασμά και με τα άλλα διαθέσιμα τότε εργαλεία (λοστοί, βαριές, φτυάρια, σφυριά) ένας λάκκος. Η βάση του λάκκου μετά χτιζόταν στο κάτω μέρος από μέσα και γύρω γύρω σε ύψος 60 πόντων περίπου με λυγδόπετρες, που δεν ασβεστοποιούνται, και πάνω από τις λυγδόπετρες πάλι ολύγυρα στο λάκκο γινόταν πατούρα από λυγδόπετρα.

Το εσωτερικό χτίσιμο, πάνω από την πατούρα, συνεχιζόταν πια με μαρμαρόπετρα και με λάσπη. Έτσι το καμίνι ήταν έτοιμο, αφού φυσικά είχαν αφήσει και την πόρτα του καμινιού, από την οποία θα το «τάιζαν» με κλαδιά ή ξύλα. Να σημειωθεί ότι και η πόρτα κατασκευαζόταν από λυγδόπετρες, για να μην ασβεστοποιηθεί και καταρρεύσει. Αυτή ήταν η υποδομή του ασβεστοκάμινου, που αργότερα θα φορτωνόταν με μαρμαρόπετρα για ασβεστοποίηση.

Πώς φορτωνόταν το ασβεστοκάμινο

Αφού έβρισκαν το νταμάρι από μάρμαρο, έβγαζαν με λοστούς, με βαριοπούλες και καμιά φορά και με φουρνέλα τις πέτρες, τις οποίες στη συνέχεια τεμάχιζαν με τη μικρή βαριοπούλα και το σφυρί σε διάφορα κομμάτια, μικρά, μεσαία, μεγάλα.

Έτσι άρχιζαν από την πατούρα να χτίζουν το καμίνι, δηλαδή τοποθετούσαν τις πέτρες που θα ασβεστοποιούνταν. Στη βάση έβαζαν τις μικρές, μετά τις μεσαίες και στο πάνω μέρος – στον τρούλο, όπως τον έλεγαν – έβαζαν τις μεγάλες πέτρες, που τις έλεγαν «κλειδί», γιατί εκεί, σ’ αυτό το σημείο, έκλεινε, «κλείδωνε» το καμίνι. Το κλειδί ήταν και ο καλύτερος ασβέστης, γιατί βρισκόταν στο κέντρο της φωτιάς και ψηνόταν καλά.

Πώς συγκεντρωνόταν η καύσιμη ύλη

Από τα ρουμάνια κόβανε τους πρίνους και τους κάνανε δεμάτια. Κάθε δεμάτι είχε οχτώ αγκαλιές κλαδιά. Από τους ελαιώνες μάζευαν τα κλαδέματα και τα σκολέματα και τα έκαναν επίσης δεμάτια. Όλα αυτά τα δεμάτια τα στέριωναν με δυο μεγάλες πέτρες, για να μην τα πάρει ο αέρας, μέχρι που να ξεραθούν και να έρθει η ώρα τους να χρησιμοποιηθούν.

Αφού φορτωνόταν το ασβεστοκάμινο και ήταν έτοιμο να δεχτεί τη φωτιά, κουβαλούσαν τα δεμάτια γύρω από το καμίνι. Για τη μεταφορά τους χρησιμοποιούσαν ένα ξύλινο δίχαλο, ένα «τσατάλι» περίπου δυο μέτρων. Το τσατάλι το κάρφωναν πάνω στο δέμα, δηλαδή το έμπηγαν μέσα με δύναμη και με μεγάλη επίσης προσπάθεια το σήκωναν ψηλά και το τοποθετούσαν πάνω στο κεφάλι τους. Έτσι μετέφεραν όλα τα δεμάτια κοντά στο καμίνι. Ανάλογα με τη χωρητικότητα του καμινιού απαιτείτο και ανάλογος αριθμός δεματιών. Για ένα ασβεστοκάμινο π.χ. 4.000 οκάδων απαιτούντο 180-200 δεμάτια κλαδιά.

Η φωτιά έμπαινε συνήθως πολύ πρωί, γιατί χρειαζόταν ένα εικοσιτετράωρο συνεχόμενης τροφοδότησης, για να ασβεστοποιηθεί η πέτρα. Γι’ αυτή τη δουλειά ασχολούνταν οπωσδήποτε δυο άτομα. Ο ένας τροφοδοτούσε το καμίνι. Με τη βοήθεια ενός σιδερένιου δίχαλου, «τσαταλιού», έπαιρνε τα δέματα και τα έσπρωχνε από την πόρτα μέσα στο καμίνι. Ο άλλος έφερνε τα γύρω δεμάτια κοντά στο πρώτο. Επειδή όμως ο πρώτος καιγόταν από τις φωτιές, κουραζόταν πολύ, διψούσε και πεινούσε, γινόταν εναλλαγή στο έργο τους. Μετά είκοσι τέσσερις ώρες τροφοδοσίας τελείωνε το έργο της ασβεστοποίησης και χρειαζόταν στη συνέχεια ένα ακόμα εικοσιτετράωρο, για να κρυώσει το καμίνι και για να αρχίσει το έργο της εκφόρτωσής του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια ως καύσιμη ύλη χρησιμοποίησαν μόνο ξύλα (κουτούκια πεύκων) ή εκχυλισμένο ελαιοπυρήνα. Ο Γιάννης Σιμέλης (Σνάν’) είναι ο πρώτος στην Αγιάσο που χρησιμοποίησε μηχάνημα εκτόξευσης μέσα στο καμίνι εκχυλισμένου ελαιοπυρήνα.

Εκφόρτωση του καμινιού

Ειδοποιούνταν τέσσερις έως πέντε κιρατζήδες (αγωγιάτες), οι οποίοι με τα μουλάρια τους αναλάμβαναν τη μεταφορά του ασβέστη στο χωριό, μέσα σε τρίχινα τσουβάλια. Να σημειωθεί ότι κάθε αγωγιάτης έφερνε δυο ζεύγη τσουβάλια, ώστε το ένα ζεύγος να μένει στο καμίνι για γέμισμα, μέχρι που να επανέλθει ο ίδιος στο καμίνι, και τούτο για να μη χάνεται χρόνος.

Αν είχε βρεθεί προηγουμένως ο αγοραστής του ασβέστη, το προϊόν παραδινόταν κατευθείαν στην οικοδομή του. Αν όχι, αποθηκευόταν, συνήθως στα σπίτια, μέσα σε παλιά κιούπια, βαρέλια ή στέρνες και σκεπαζόταν αεροστεγώς για να μη λιώσει, μέχρι που να πουληθεί. Πάντως φρόντιζαν – και τους συνέφερε αυτό – να έχουν βρει προηγουμένως τον πελάτη. Αποθήκευση συνήθως γινόταν όταν έκλεινε ο καιρός, για να έχουν κάποιο στοκ το χειμώνα, που κατά κανόνα απόφευγαν το κάψιμο του καμινιού, εκτός βέβαια αν υπήρχε και την εποχή αυτή αγοραστικό ενδιαφέρον.

Δυσκολίες του επαγγέλματος

Το επάγγελμα του ασβεστοποιού ήταν επίπονο και σκληρό. Το παραγόμενο είδος φτωχό, ο ανταγωνισμός μεγάλος. Οι κόποι, τα ξενύχτια δεν έφερναν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Η ζήτηση ήταν μικρή, πολλές φορές τελείως ανύπαρκτη, γιατί εξαρτιόταν από την οικονομική ευρωστία του κάθε ενδιαφερόμενου. Η γενική οικονομική κατάσταση δεν επέτρεπε αισιοδοξία και δεν έκανε τον καθένα να ασχοληθεί με το επάγγελμα αυτό. Όσοι βρέθηκαν επαγγελματίες ασβεστοποιοί πάλεψαν σκληρά. Πολλοί εγκατέλειψαν το επάγγελμα και στράφηκαν σε άλλες εργασίες. Σ’ αυτό συνετέλεσε πολύ και η νέα τεχνική. Η χρησιμοποίηση του τσιμέντου έδρασε σε βάρος της χρήσης του ασβέστη. Έτσι από 15 και πλέον επαγγελματίες ασβεστοποιούς στο τέλος έμειναν ουσιαστικά δυο, ο Ιωάννης Σιμέλης (Σνάν’), που συνέχισε το επάγγελμα ως το τέλος της ζωής του και ο Γρηγόριος Ευστρατίου Κουδουνέλης, που το 1964 μετανάστευσε στη Γερμανία. Ας σημειωθεί ότι τα έτη 1935-1936 οι ασβεστοποιοί Αγιάσου, για να αποφύγουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό, συνέστησαν την «Εταιρεία Ασβεστοποιών Αγιάσου» η οποία λειτούργησε για μικρό χρονικό διάστημα και στη συνέχεια διαλύθηκε λόγω ασυμφωνίας των εταίρων της.

Δεν πρέπει να ξεχαστούν και οι σύζυγοι των ασβεστοποιών, που στα σπίτια τους πουλούσαν λιανικώς ασβέστη και έβγαζαν το σχετικό χαρτζιλίκι τους. Γι’ αυτό και το χωριό ήταν πάντα πεντακάθαρο και κάτασπρο, γιατί υπήρχε και σχετική αστυνομική διάταξη γι’ αυτό.

Άδεια ασβεστοποίησης

Πρέπει να σημειωθεί ότι για να καεί κάθε καμίνι χρειαζόταν προηγουμένως σχετική άδεια του Δασαρχείου Μυτιλήνης. Έπρεπε να πληρωθεί πρώτα ο φόρος, που ήταν ανάλογος με τη χωρητικότητα του καμινιού, και για το σκοπό αυτό ερχόταν επιτόπου ο δασικός υπάλληλος και μετρούσε στο καμίνι. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που οι φτωχοί αυτοί βιοπαλαιστές πήγαιναν για το σκοπό αυτό στη Μυτιλήνη με τα πόδια. Αν δεν έβγαζαν άδεια και αν τους ανακάλυπταν, επιβαλλόταν βαρύ πρόστιμο και το καμίνι δεν έφτανε για την πληρωμή του.

Τι γινόταν σε περίπτωση βροχής

Κατά κανόνα τα καμίνια ψήνονταν το καλοκαίρι, γιατί τότε χτίζονταν και τα γιαπιά και υπήρχε ζήτηση. Όταν καμιά φορά συνέβαινε να πέσει απότομη βροχή, γινόταν το εξής: Όταν το καμίνι ήταν στο στάδιο της καύσης, δεν υπήρχε μεγάλος κίνδυνος, γιατί η θερμοκρασία του ήταν υψηλή, περίπου 2.000 βαθμοί και το νερό της βροχής που έπεφτε γινόταν ατμός και τη νύφη την πλήρωναν οι ασβεστοποιοί που το τροφοδοτούσαν και που γίνονταν μουσκίδι. Όταν όμως είχε πια καεί το καμίνι και βρισκόταν στο στάδιο του εικοσιτετράωρου, για να κρυώσει, ο ασβεστοποιός, όπου κι αν βρισκόταν, μέρα ή νύχτα, έπρεπε να τρέξει στο καμίνι του και να το προστατέψει με κάθε τρόπο, για να αποφύγει την καταστροφή.

Η γιορτή των ασβεστοποιών

Το σινάφι των ασβεστοποιών Αγιάσου γιόρταζε τη γιορτή του στις 20 Ιουλίου, δηλαδή του Αϊ-Λια. Τη μέρα εκείνη ξεχνιούνταν οι κόποι και τα βάσανά τους και το έριχναν έξω. Στα καφενεία που σύχναζαν στρώνονταν τα τραπέζια με εκλεκτούς μεζέδες, με γιουβέτσια και με ποτά. Έτσι άρχιζαν πρώτα τα λιανοτράγουδα κι όταν έφταναν στο κέφι έστελναν και ειδοποιούσαν τα νταούλια και τα βιολιά. Και κατέφθαναν εκεί οι περίφημες κομπανίες της Αγιάσου. Το γλέντι αυτό κρατούσε τουλάχιστον τρεις μέρες. Κορυφαίος στο επάγγελμα, αλλά και κορυφαίος στο γλέντι αυτό ο Παρασκευάς Βασιλείου Κουδουνέλης, ο οποίος δεν έχανε ποτέ τη γιορτή αυτή κι ας γκρίνιαζε η συμβία του Μαριγώ. Μια φορά κανείς γλεντάει τη φτώχεια του!

ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΚΛ. ΚΟΥΔΟΥΝΕΛΗΣ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 84/1994

Ο ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΣ ΤΣΕΓΚΟΣ

tsegkosdΉταν την εποχή που με τα χαρακτηριστικά αγασώτικα ημίμακρά μας εκείνα πανταλόνια και με τα κάστανα και τα καρύδια στις τσέπες μας κατεβήκαμε για πρώτη φορά από την Αγιάσο στη Μυτιλήνη, για να φοιτήσουμε στο Γυμνάσιο. Και ήταν τότε που σαν κηδεμόνα μου γνώρισα τον εξαίρετο άνθρωπο, τον ελαιομεσίτη Δημητρό Τσέγκο, που όπως έλεγε πάντα ο πατέρας μου είναι το κλειδί της Αγιάσου. Πράγματι από οικογενειακή παράδοση και από ανεξάντλητη αγάπη για τον τόπο του και τους ομοχώριούς του ο Δημητρός εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να είναι το κλειδί της Αγιάσου.

Δωδεκάχρονο παιδί ο Δημητρός είχε την πρώτη του εμπειρία στη ζωή, ακολουθώντας το 1914 σαν μετανάστης τον πατέρα του στην Αμερική, όπου παρέμειναν μόνο εννιά μέρες και επέστρεψαν στην πατρίδα, γιατί ο νόμος όριζε τότε ότι έπρεπε να είχαν μαζί τους κάποια δική τους γυναίκα για να τους φροντίζει. Στη συνέχεια, με ενέργειες του τότε δημοδιδασκάλου Αγιάσου Δημητρίου Χριστοφίδη, παραχωρήθηκε εκ μέρους της Εκκλησίας Αγιάσου στον πατέρα του Δημητρού η εκμετάλλευση του Μετοχιού.

Ο πατέρας του Δημητρού Στρατής Τσέγκος, που ήταν ευυπόληπτος οικογενειάρχης, εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του, δυο αγόρια και τέσσερα κορίτσια στο Μετόχι αυτό, από το οποίο γινόταν όλη η διακίνηση της παραγωγής της Αγιάσου. Εκεί ήταν και το στέκι όλων των μαθητών της Αγιάσου, που περνούσαν απ’ αυτό κάθε μέρα, για να παραλάβουν τα καλάθια τους, να δώσουν το παρόν, να χαρτζιλικωθούν και ν’ ακούσουν τις πατρικές συμβουλές του κηδεμόνα τους μπαρμπα-Στρατή Τσέγκου. Γενιές και γενιές Αγιασωτών μαθητών πέρασαν από το «Χάνι», όπως συνήθως το λέγανε, και όλοι τους διέπρεψαν στην επιστήμη και στις τέχνες. Ο Δημητρός βοηθούσε τον πατέρα του στο Μετόχι για τον επιούσιο.

Το 1922, σε ηλικία 20 ετών, ο Δημητρός βρέθηκε να είναι κληρωτός στη Μικρασία. Η κλάση του πολέμησε σκληρά και αποδεκατίστηκε, αλλά ο ίδιος είχε την τύχη να γυρίσει σώος πίσω. Ασχολήθηκε πάλι στο Μετόχι, μέσα στο οποίο είχε τώρα πρατήριο βενζίνης, απέναντι δε ακριβώς διατηρούσε και πρατήριο της Αγγειοπλαστικής Κουρτζή. Το 1930 τον βρίσκουμε να έχει ανοίξει στη Μυτιλήνη ένα μεσιτικό γραφείο, που το διατηρούσε μέχρι πρόσφατα και κάθε Σαββατοκύριακο, τον βλέπαμε να ανεβαίνει στην Αγιάσο, να κάνει πληρωμές, να αναλαμβάνει παραγγελίες και να επανέρχεται τη Δευτέρα φορτωμένος με το καλαθάκι γεμάτο μικρά μπουκαλάκια από δείγματα λαδιού.

Ανήσυχη φύση, σφριγηλός και δραστήριος, όπως ήταν ο Δημητρός, παράλληλα με το επάγγελμά του είχε και καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Έτσι σαν ερασιτέχνης ηθοποιός έπαιξε στα έργα «Μια νύχτα μια ζωή» και «Το χαλασμένο σπίτι» του Σπύρου Μελά, που ανέβασε στην Αγιάσο ο τότε Ερασιτεχνικός Όμιλος. Ήταν ακόμα η εποχή που το ρόλο των γυναικών τον έπαιζαν άντρες. Συνεργάστηκε επίσης με τους Ηλία Ηλιόπουλο και Στρατή Παπανικόλα και με τη φροντίδα τους παίχτηκε στη Μυτιλήνη το έργο του παπα-Χριστόφα Κανιμά «Τι να τα κάνω τα καλά», που άφησε εποχή.

Ο Δημητρός όμως είχε και πνευματικές δραστηριότητες. Χρημάτισε σύμβουλος της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών, σύμβουλος επίσης στον Ε.Φ.Ο. «Μπουρίνι» και μέλος της Χορωδίας Μυτιλήνης, επί πενταετία δε σύμβουλος του Ιδρύματος Θεομήτωρ Αγιάσου και Πρόεδρος της Επιτροπής Προμηθειών του. Χρημάτισε επίσης μέλος της Επιτροπής Ανακαινίσεως του Ιερού Προσκυνήματος Παναγίας Αγιάσου και της επιτροπής Εξωραϊσμού του Ναϊδρίου στο Καστέλι. Ήταν διεκπεραιωτής των ενταλμάτων ανακατασκευής του εξωτερικού και εσωτερικού υδραγωγείου Αγιάσου.

Επί σειράν ετών φιλοξενούσε στο σπίτι του τον καλά εγκατεστημένο στην Αμερική ομογενή μας αείμνηστο Γεώργιο Χριστοφίδη και μαζί πήραν την απόφαση να διατεθούν χρήματα του Χριστοφίδη για την επέκταση και τη δημιουργία του Χριστοφίδειου Γυμναστηρίου Αγιάσου. Μαζί επίσης αποφάσισαν να γίνει ο Γεώργιος Χριστοφίδης αρωγός στο Αναγνωστήριο Αγιάσου και να διαθέσει επίσης 3.500 δολάρια για τα καθίσματα της εκκλησίας της Παναγίας ως και να δωρίσει σ’ αυτή δυο κτηματάκια του.

Το 1938 ο Δημητρός παντρεύτηκε με την καλόκαρδη Μαριάνθη Αναστασέλη, αδελφή των Βενιζέλου, Αντωνίου και του λογοτέχνη και ζωγράφου Στρατή Αναστασέλη, με την οποία απέκτησε δυο γιους, το Στρατή που είναι λογιστής της Εταιρείας Σουρλάγκα και τον Ντόρη που είναι καθηγητής της Φυσικής.

Επί τρία τέταρτα του αιώνα σχεδόν ο Δημητρός εργάζεται άοκνα, αγόγγυστα, αθόρυβα και αφιλοκερδώς για την εξυπηρέτηση των συνανθρώπων του και των συγχωριανών του με κύριο χαρακτηριστικό των αγαθών πράξεών του, την ανιδιοτέλεια, την αμεροληψία, την μετριοφροσύνη, και προπάντων την άκρα εντιμότητά του, που ήταν και είναι ο κανόνας της ζωής του. Παντού πρωτοστατούσε και εξακολουθεί να πρωτοστατεί ακόμα ο Δημητρός με όσες δυνάμεις διαθέτει. Και οι δυνάμεις του αυτές φαίνεται πως είναι ανεξάντλητες, γιατί σαν σκοπό της ζωής του έχει τάξει να κάνει πάντα το καλό και απ’ αυτό αντλεί τη δύναμη του.

ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΚΟΥΔΟΥΝΕΛΗΣ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 48/1988

 

 

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΜΗΝΟΣ ΜΑΡΤΙΟΥ

ΑΓΙΑΣΟΣ,ΑΓΙΑΣΣΟΣ,ΑΚΡΙΒΛΕΛΗΣ,ΑΛΤΙΠΑΡΜΑΚΗΣ,ΒΑΣΙΛΑ,ΒΑΣΙΛΙΚΙΟΤΕΛΗ,ΒΕΤΣΙΚΑ,ΒΛΟΥΤΕΛΗΣ,ΓΑΖΕΠΗΣ,ΓΑΜΟΣ,ΓΕΝΝΗΣΗ,ΕΥΑΓΓΕΛΙΝΟΥ,ΘΑΝΑΤΟΣ,ΙΑΤΡΟΥ,ΚΑΛΑΓΑΝΗΣ,ΚΑΜΑΡΟΣ,ΚΑΜΑΤΣΟΥ,ΚΑΜΝΕΛΗ,ΚΑΝΑΡΕΛΗ,ΚΑΡΑΤΖΑ,ΚΟΥΔΟΥΝΕΛΗΣ,ΚΟΥΤΑΛΕΛΗΣ,ΚΟΥΤΣΟΥΛΗ,ΛΙΒΑΝΟΥ,ΜΑΚΡΕΛΗΣ,ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΕΛΗ,ΜΠΑΓΕΛΗ,ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ,ΠΕΡΙΒΟΛΑΡΕΛΗ,ΣΚΛΕΠΑΡΗ,ΣΟΥΣΑΜΛΗ,ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ,ΤΑΜΒΑΚΕΛΗΣ,ΤΖΑΝΗΣ,ΤΖΙΤΖΙΝΑΣ,ΤΟΠΑΛΗ,ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ,ΤΣΟΜΠΑΝΕΛΗ

ΑΓΙΑΣΣΟΣ, 07-04-1933