ΑΓΙΑΣΩΤΕΣ ΚΑΙ ΛΥΣΣΟΦΟΒΙΑ

Το Φλεβάρη του 1936 η Αγιάσος ήταν ανάστατη. Είχε διαδοθεί πως ένα γουρούνι, που σφάχτηκε και πουλήθηκε σε πολλούς Αγιασώτες και Μυτιληνιούς, ήταν λυσσασμένο και πως υπήρχε κίνδυνος να λυσσάξουν κι όσοι έφαγαν κρέας απ’ αυτό. Για την ενημέρωση των κατοίκων πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση

Το Φλεβάρη του 1936 η Αγιάσος ήταν ανάστατη. Είχε διαδοθεί πως ένα γουρούνι, που σφάχτηκε και πουλήθηκε σε πολλούς Αγιασώτες και Μυτιληνιούς, ήταν λυσσασμένο και πως υπήρχε κίνδυνος να λυσσάξουν κι όσοι έφαγαν κρέας απ’ αυτό. Για την ενημέρωση των κατοίκων πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση στο Αναγνωστήριο κι έγινε σχετική συζήτηση. Πήραν μέρος πολλοί, επιστήμονες και μη, και διατυπώθηκαν διάφορες απόψεις, οι οποίες περιλαμβάνονται στο πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου του Αναγνωστηρίου Αγιάσου (αρ. 36/24-2-1936)

Το θέμα τής λυσσοφοβίας ήταν αρκετά ενδιαφέρον , γι’ αυτό και το εκμεταλλεύτηκε ο καρνάβαλος της χρονιάς εκείνης, ο οποίος μεταξύ άλλων είπε:

Όλοι του φάγανι του γρούν(ι)

βρασμένου τσι ψημένου,

μόνου Βασίλ’ς γιου Τσιραμ’διάρ’ς

το ’φαγι παστουμένου.

Τώρα ανησυχεί γιου φουκαράς,

μην τύχει τσι λυσσάξει,

τσι στην Αθήνα θενά πα

γιατρός να τουν κοιτάξει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡ. ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Έκτακτος Συνεδρίασις 24 -2 – 1936 Πρακτικόν 36ον

… Μετά την διαπίστωσιν της παρουσίας των ανωτέρω ο Πρόεδρος κ. Ηλίας Κουφέλλης προβαίνει εις την ανακοίνωσιν του θέματος δια το οποίον εκάλεσεν την έκτακτον ταύτην μεικτήν συνεδρίασιν.
Θέμα:     Επιστημονική συζήτησις επί του θρυλουμένου κινδύνου να πάθουν εκ λύσσης δύο χιλιάδες (αρ. 2000) άτομα της κωμοπόλεως, επειδή έφαγον από κρέας χοίρου, όστις είχεν δηχθή εκ λυσσώντος κυνός.

ΣΥΖΗΤΗΣΙΣ

Μετά την υπό του κ. Προέδρου γενομένην επίσημον ανακοίνωσιν του θέματος, λαμβάνει τον λόγον ο κ.
Ιωάννης Κοντός, υποδιοικητής Χωροφυλακής Αγιάσου, όστις λέγει περίπου τα εξής: Κύριοι, εξ όσων μέχρι στιγμής γνωρίζω, τα κύρια σημεία της υποθέσεως ταύτης έχουσιν ως εξής: 1) Ο χοίρος εδαγκάθη την 14ην Σεπτεμβρίου 1935. 2) Ηγοράσθη και εσφάγη υπό του κρεοπώλου Νικολάου Στεφανή την 14ην Φεβρουαρίου 1936, ήτοι εξ ολοκλήρους μήνας βραδύτερον. 3) την 14ην Φεβρουαρίου και 15ην ιδίου επωλήθησαν εκ τούτου ενενήκοντα (αρ. 90) οκάδες ενταύθα και εξήκοντα εις Μυτιλήνην, μεταφερθείσαι δι’ αυτοκινήτου υπό του εισπράκτορος των αυτοκινητιστών κ. Δημ. Παπουτσέλλη.

Εν συνεχεία ο κ. υποδιοικητής αναφέρει ότι, μόλις επληροφορήθη τα ανωτέρω, προέβη εις τας ενδεδειγμένας ενεργείας παρά τη Υγειονομική Υπηρεσία, τηλεγραφήσας συνάμα και εις την Δ/σιν του Δ. Λυσσιατρείου Αθηνών.

Μετά τον κ. Ιωάννην Κοντόν λαμβάνει τον λόγον ο κ. Ευάγγελος Παπασταματίου, όστις αναπτύσσων το ιστορικόν της υποθέσεως εν γένει λέγει τα ακόλουθα: Κύριοι, ως εξηκρίβωσα, προ εξ μηνών κύων τις λυσσών (περί την 14ην Σεπτεμβρίου 1935) και ευρισκόμενος εις την αγροτικήν περιφέρειαν Αγίου Δημητρίου, επετέθη κατά τινος όνου και κατά τινος γυναικός, ους έδηξεν εις τους πόδας, ο αυτός κύων επετέθη και κατά του αναφερομένου χοίρου, τον οποίον και έδηξεν εις το ους (αυτίον). Και η μεν γυνή μετέβη εις το Δημόσιον Λυσσιατρείον Αθηνών και υπεβλήθη εις την σχετικήν θεραπείαν, ο δε όνος έμεινεν έκτοτε εις την τύχην του, ότε πρό 15 ημερών (της σήμερον) επαρουσίασεν συμπτώματα λύσσης και κατεσπάραξεν εαυτόν. Ο χοίρος, ανήκων εις τον Βασίλειον Μώλην, εδέθη υπ’ αυτού αμέσως και παρηκολουθήθη επί δίμηνον. Επειδή δε επί εξήκοντα (60) ολοκλήρους ημέρας ουδέν σημείον έδειξεν ασθενείας, αφέθη ελεύθερος, χωρίς όμως και να διαλύση τας υπονοίας κυρίου και περιοίκων. Ο καιρός παρήρχετο και η υπόθεσις συν τω χρόνω υπέκυψεν εις τον νόμον της φυσικής του λήθης, ότε απροόπτως, μετά πάροδον πέντε (5) ολοκλήρων μηνών, όνος τις εις την αυτήν περιφέρειαν (Αγίου Δημητρίου) επαρουσίασεν συμπτώματα λύσσης και κατεσπάραξεν εαυτόν. Ήδη, ως εξηκριβώθη, ο κατασπαράξας εαυτόν όνος ήτο ακριβώς ο όνος όστις εδήχθη κατά τον Σεπτέμβριον υπό του ως άνω αναφερθέντος σκύλου. Τούτο εβεβαίωσεν και ο κύριος του όνου. Μετά 15-20 ημέρας ακριβώς από της εκδηλώσεως της λύσσης επί του όνου, ο δηχθείς χοίρος επωλήθη υπό του κ. Βασιλείου Μώλη εις τον κρεοπώλην Νικόλαον Στεφανήν, όστις αφού έσφαξεν αυτόν τον επώλησεν ενταύθα και εις Μυτιλήνην.

Μετά την εξιστόρησιν του κ. Ευαγγέλου Παπασταματίου, ο φαρμακοποιός κ. Ιωάννης Β. Χατζηλεωνίδας και σύμβουλος του Αναγνωστηρίου επερώτησεν τον κ. Ευάγγελον Παπασταματίου, εάν τότε που εφάνη ο λυσσών κύων κατηγγέλθη (το γεγονός) εις την αστυνομίαν. Εκ της γενομένης διαλεκτικής συζητήσεις των παρευρισκομένων διεπιστώθη ότι το γεγονός και κατηγγέλθη και η αστυνομία απέστειλεν την κεφαλήν του σκύλου εις το Λυσσιατρείον, το οποίον διεπίστωσεν συμπτώματα λύσσης.

Ο κ. Πάνος Ευαγγελινός επερωτά εάν τα συμπτώματα της λύσσης τα εκδηλωθέντα εις τον όνον ήσαν πραγματικά ή μη τυχόν είναι θρύλοι, εμφανιζόμενα ως αληθή υπό της κοινής γνώμης. Εξηκριβώθη ότι ουδείς εκ των παρευρισκομένων είδεν τον όνον να κατασπαράζη εαυτόν, πλην του κ. Χριστόφα Κανεμά, όστις εβεβαίωσεν το γεγονός, εφ’ όσον ούτος ήκουσεν την τραγικήν ιστορίαν του όνου εκ στόματος του ιδίου κυρίου και ιδιοκτήτου του όνου.

Εξακολουθών κατόπιν ο κ. Ευάγγελος Παπασταματίου συμπληρώνει την ιστορίαν του σκύλου – γυναικός – όνου -χοίρου, τονίσας εν τέλει ότι το γεγονός δεν είναι σύνηθες και ακίνδυνον και συνεπώς η ανησυχία του λαού του δηχθέντος είναι δικαία και λογική. Άλλωστε το γεγονός του όνου καθιστά έτι ανησυχητικόν το γεγονός. Τελειώνων αναφέρει και άλλας περιπτώσεις, κατά τας οποίας χοίροι δηχθέντες υπό λυσσώντος κυνός επαρουσίασαν συμπτώματα λύσσης.

Ο κ. Χατζηγιάννης, αστίατρος, υποστηρίζει ότι ούτε ο γάιδαρος είχε λύσσα ούτε ο χοίρος, εφ’ όσον δεν έδειξαν συμπτώματα λύσσης εντός του υπό της επιστήμης καθοριζομένου χρονικού ορίου. Ότι (θεωρεί διαγράφεται μία λέξις) πρέπει να υπάρχη το ελάχιστον ξύσιμον και έκδηλος η λύσσα και θεωρεί τον θόρυβον άσκοπον και τον φόβον επιζήμιον. Τονίζει ότι ο χοίρος έπρεπε μετά ένα μήνα να εκδηλώση συμπτώματα λύσσης κ.λ.π. Αναφέρει ότι πρακτικώς δια του πεπτικού σωλήνος είναι αδύνατος η μετάδοσις της νόσου. Υπάρχει φόβος εις την παρούσαν περίπτωσιν 1/1000 και τούτο απίθανον. Συνεπώς δεν πρέπει να ανησυχούμεν και να προκαλούμεν συζητήσεις, αφού η δια του πεπτικού σωλήνος μετάδοσις της νόσου είναι σχεδόν αδύνατος, εφ’ όσον ακόμη εις τον χοίρον δεν υπήρχον εκδηλώσεις λύσσης. Τον αστίατρον επερωτά  ο κ. Ι. Χατζηλεωνίδας, δια ποίον λόγον δεν εγένετο η δέουσα ανακοίνωσις. Ο κ. Χατζηγιάννης απαντών λέγει ότι ως αστίατρος προέβη εις την δέουσαν ανακοίνωσιν μέσον της τοπικής εφημερίδος «Ηχώ της Αγιάσου» την 23ην Φεβρουαρίου 1936. Ο κ. Ι. Χατζηλεωνίδας λέγει ότι η ανακοίνωσις δεν διασαφηνίζει το πράγμα καλώς και συνεπώς ήτο απαραίτητος η σημερινή συζήτησις. Ο κ. αστίατρος Χατζηγιάννης λέγει ότι εγκρίνει την σημερινήν συζήτησιν του Αναγνωστηρίου με μόνην την διαφοράν ότι έπρεπε να περιμένη την απάντησιν του Λυσσιατρείου και μετά να καλέση συζήτησιν επιστημονικήν.

Ο κ. Ευάγγελος Παπασταματίου υπό τύπον απαντήσεως λέγει ότι, εφ’ όσον και 1/1000 υπάρχη φόβος να μεταδοθή η νόσος, είναι εύλογος ο φόβος, δικαία και απαραίτητος η σημερινή συζήτησις, η οποία θα μας παρουσιάση εν τέλει εν ασφαλές και πειστικόν συμπέρασμα. Ακολουθεί διαλογική συζήτησις μεταξύ Παπασταματίου και Χατζηγιάννη δια τον όνον και κατόπιν ο έφορος της βιβλιοθήκης κ. Όμηρος Κοντούλης λέγει: Εφ’ όσον δια την ιδίαν περίπτωσιν εις άλλην περιφέρειαν του κράτους εστάλη συνεργείον, πρέπει να γίνουν αι επιβαλλόμεναι ενέργειαι, είτε μεταδίδεται η νόσος είτε όχι είτε ο φόβος είναι μικρός είτε μεγάλος.

Ο κ. Περικλής Τζαννετής λέγει: Εφ’ όσον δεν ημπορούμεν να αποκλείσωμεν τον φόβον της μεταδόσεως, οι έχοντες αμυχάς να μεταβούν αμέσως εις Αθήνας και να υποβληθούν εις θεραπείαν. Ο κ. Δημήτριος Σκλεπάρης (φιλόλογος) συγχαίρει το Αναγνωστήριον δια την πρωτοβουλίαν του ταύτην και τονίζει ότι θά πρέπη να γίνη διεξοδική και λεπτομερής ανακοίνωσις προς τον ανησυχούντα λαόν.

Ο κ. Γρηγόριος Μαστραντωνάς (όστις έφαγεν και αυτός κρέας) προκαλεί τον αστίατρον Χατζηγιάννην να φάγη και αυτός από το υπάρχον ακόμη κρέας, δια να πεισθή ότι δεν υπάρχει φόβος μεταδόσεως της νόσου. Ο κ. Δημ. Σκλεπάρης τονίζει ότι εις το εξής πρέπει να προσέχεται η σφαγή των ζώων. Ο κ. Σωκράτης Φραντζής, αντιπρόσωπος της Ενώσεως Εφέδρων, έρωτά τον ιατρόν εάν κατά την σφαγήν του χοίρου έγιναν τα κεκανονισμένα. Ο κ. αστίατρος απαντά ότι δεν ύπήρχε τραύμα ούτε σημείον τι έκδηλον. Ακολουθεί διαλογική συζήτησις μεταξύ ιατρού και Ομ. Κοντούλη και μετά ο κ. Φραντζής Σωκρ. λέγει ότι η πώλησις αυτή αύτη είναι εγκληματική. Ο κ. Ιωάν. Χατζηλεωνίδας λέγει ότι ο κρεοπώλης εγνώριζεν ότι ο χοίρος είχεν δηχθή. Ο κ. Μαστραντωνάς Γρηγ. αναπτύσσει και παρουσιάζει επιχειρήματα  ότι υπάρχει ενοχή. Ο Περικλής Τζαννετής λέγει ότι πρώτον υπεύθυνοι είναι παρουσιάζοντες σήμερον στοιχεία, διότι δεν κατήγγελον ταύτα εγκαίρως εις τους αρμοδίους. Ο κ. Πρόεδρος του Αναγνωστηρίου Ηλίας Κουφέλλης υπεραμύνεται του κ. Μαστραντωνά και λέγει ότι δεν ημπορούμεν να αποδίδωμεν ευθύνας εις τα άτομα τα οποία είναι άξια ευχαριστιών, διότι και αυτήν την στιγμήν ενδιαφέρονται με ζηλευτήν πρωτοβουλίαν δια την ανεύρεσιν της αληθείας.

Κατόπιν γενομένης συζητήσεως αποφασίζεται τελικώς να γίνη επείγουσα συνδιάλεξις του αστιάτρου με τον νομίατρον Λέσβου δια ν’ άποφανθή, κατόπιν δε να γίνη επίσημος ανακοίνωσις του Αναγνωστηρίου προς τον λαόν.

Απεφασίσθη, εγένετο και υπογράφεται.

Ο Πρόεδρος                  Ο Γεν. Γραμμ.

Ηλίας Γ. Κουφέλλης    Ε. Π. Αναστασέλλης

Tα μέλη

Όμηρος Κοντούλης

Ιωάννης Χατζηλεωνίδας

Σταύρος Σταυρακέλλης

Ευστράτιος Καβαδέλλης

Πάνος Δ. Πράτσος

Oι συμμετάσχοντες

Σωκράτης Φραντζής

Παναγιώτης Καββαδάς

Δημήτριος Σκλεπάρης

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, Τευχ. 8/1982

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ι. ΑΓΡΙΤΗΣ. Ο κορνετίστας και τρομπονίστας της χτεσινής Αγιάσου

Στις 7-9-2002 είχα την ευκαιρία και συνάμα τη χαρά να πάρω συνέντευξη στην Αγιάσο από τον απόμαχο μουσικό Δημήτριο Ιωάννου Αγρίτη, τον οποίο επισκέφτηκα και δεύτερη φορά, στις 3-1-2003, στο σπίτι του, στην οδό Έλλης, της συνοικίας Αϊ-Γιάννης, για συμπληρωματικά στοιχεία. Επιδίωξή μας να ευαισθητοποιήσουμε με τον τρόπο αυτό τους Αγιασώτες και όχι μόνο, να καλλιεργήσουμε την αρχειακή συνείδηση, να συγκεντρώσουμε χρήσιμο υλικό, φιλολογικό, ιστορικό, λαογραφικό, φωτογραφικό, και στη συνέχεια να το αξιοποιήσουμε.
 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

 

«Γεννήθηκα στην Αγιάσο στις 18 Ιουλίου 1917. Γονείς μου ήταν ο Ιωάννης Δημητρίου Αγρίτης, που είχε το παρατσούκλι Πατσά, και η Παναγιωτούδα (Μπουτούδ’), κόρη του Νικολάου Ιωάννου Κουλαξίζη ή Κουλαξιζέλη και της Φωτούδας Καραγιάννη. Η Παναγιωτούδα ήταν γνωστή και ως Ιν’κόλινα, από το μικρό όνομα του πατέρα της, που το πήρε και το ψυχοπαίδι, ο Παναγιώτης Κουλαξιζέλης ή Γιαννάκας (Μπώτ’ς του Ν’κόλ’). Ο παππούς μου ήταν τσομπάνης και συγγένευε με τους άλλους Αγρίτες της Αγιάσου. Η μάνα μου εκτός από καλή νοικοκυρά ήταν και φημισμένη γιάτραινα. Ήξερε από στραμπουλίγματα και σπασίματα χεριών και ποδιών, θεράπευε τον «αφαλό» και έβγαζε από τα μάτια των ραβδιστάδων «αχνούς». Κάποτε, μάλιστα, γιάτρεψε από μόλυνση το μάτι του σιδερά Ζαχαριά Βατρικά, που οι γιατροί της Αθήνας ήθελαν να το βγάλουν και στη θέση του να βάλουν γυάλινο, όπως ήταν τότε της μόδας. Χρησιμοποιώντας κουκούλι μεταξοσκώληκα, αφαίρεσε με μια δυο επιδέξιες κινήσεις το σφηνωμένο σιδεράκι, επάλειψε το μάτι με ασπράδι αβγού και το θάμα έγινε!

 

Μικρότερος μου αδερφός ήταν ο Κώστας. Αυτός γεννήθηκε στις 20 Σεπτεμιβρίου 1920 και συχωρέθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1988, σε ηλικία 68 χρονών. Είχε θήλωμα κύστης, που εξελίχτηκε σε καρκίνο, ο οποίος έκανε μετάσταση στους πνεύμονες. Υποβλήθηκε σε πολλές εγχειρήσεις και υπόφερε. Σύζυγός του ήταν η Άρτεμη, η κόρη του Τζάνου και της Γιαννούλας Κουδουνέλη. Παιδιά τους ο Δημήτριος και η Παναγιώτα, που μένουν στο Παλαιό Φάληρο, στην Παναγίτσα.

 

Με βάφτισε η Θεοδώρα (Θουδουρούλ’) Αντωνίου Διαμαντή, το γένος Ευστρατίου Κασέτα, που ήταν στολιδού και πάντα καλοφορεμένη. Μου έδωσε τ’ όνομα του παππού μου, αλλά και του γιου της Δημητρίου, ο οποίος πέθανε από βλογιά. Είχε και έναν άλλο γιο στην Αμερική, το Στρατή. Το παρατσούκλι Παγώνα, που το έχω μόνο εγώ, το οφείλω στο εξής περιστατικό. Πριν από καμιά εξηνταριά χρόνια, στην Κατοχή, παίζοντας μια μέρα χαρτιά με το Σταύρο Μπεγιάζη και με το Χριστόφα Συκή, στο καφενείο του δευτέρου, που ήταν στο χώρο του τωρινού σούπερ μάρκετ της Ελένης Καραφύλλη-Βουνάτσου, στην Αγορά, έχανα, νεύριαζα και θύμωνα. Ο Συκής, σε κάποια στιγμή, για να με πικάρει περισσότερο, είπε: Θα σι κάνου, Δημητρό, να κλαις σαν του παγόν’! Έτσι από τότε μου έμεινε το παρατσούκλι σφραγίδα και το Αγρίτης παραμερίστηκε. Πρέπει όμως να βοήθησε στην καθιέρωση και κάτι άλλο. Ντυνόμουνα όμορφα, μερακλίδικα, και φορούσα παπούτσια που έτριζαν. Κάποιοι κοροϊδευτικά έλεγαν: Κ’νιέτι σαν του παγόν’!

Default 4
Ο Δημητριος Αγρίτης πριν από σαράντα πέντε περίπου χρόνια. (PHOTO-OLYMPE ΣΤΡΑΤΗ ΚΑΜΠΑ ΑΓΙΑΣΣΟΣ)
Τέλειωσα το Δημοτικό στην Αγιάσο. Ήθελα να προχωρήσω, γιατί ήμουνα καλός μαθητής και τα μάθαινα τα γράμματα, αλλά δεν είχαμε παράδες. Διευθυντής του σχολείου ήταν ο Στυλιανίδης. Δασκάλους είχα τον Ευστράτιο Φωτεινέλη, το Βασίλειο Γαλετσέλη, τον Ηλία Λίβανο (Μπασμπάλη) και το Στρατή Κολαξιζέλη (Κακάβη). Συμμαθητές και συμμαθήτριές μου ήταν ο Βασίλειος Αϊβαλιώτης, ο Δημήτριος Βασιλάκης (Αριστίγια), ο Στρατής Γαββές, η άτυχη Έλλη Ηλιογραμμένου, η Έλλη Παναγιώτου Τάλιου-Παγωτέλη, η Ελένη Τσιβγούλη-Αναστασέλη, η Μύρτα Νιγδέλη-Καβαδέλη, η Μαριάνθη Δημητρίου Ψύρρα και άλλοι.

 

Όταν τελείωσα το δημοτικό, έπρεπε και εγώ να δουλέψω, όπως και άλλα

παιδιά. Είχαμε κάνει ομάδα και πηγαίναμε στα ξύλα, στο δάσος της Μεγάλης Λίμνης, αλλά και στο Αζόπ, από τα Καμπιά. Τα πουλούσαμε στους φουρνάρηδες, 25 δραχμές το γομάρι. Ο Παναγιώτης Χαλέλης εκτός από τα χρήματα έδινε και ένα παξιμάδι. Στην ομάδα ήμασταν Μπουτζαλιώτες, ο Κομνηνός (Κουμέλ’) Παρασκευαϊδης (Κουλούντζ’), ο Κομνηνός Παπουτσέλης, που ήταν εγγονός του μουσικοδιδάσκαλου Κομνηνού Αμανίτη, οι Γεωργαντήδες ή Νταλάδες, ο Κώστας και ο Στρατής, ο Κυριάκος Πασχαλιάς, ο Βασίλειος Χρυσάφης (Μπαγνέζος) και ο Τζάνος Κουρός (Κ’τσάφτ’ς). Παράλληλα με τη δουλειά, ανάλογα με την εποχή, μας απασχολούσαν και άλλα. Μαζεύαμε «αξ’νηθρουγούλια» και καμπανάρια, που έμεναν στα αμπέλια μετά τον τρύγο. Εγώ είχα το γάιδαρο του ράφτη Κομνηνού Τσουκαρέλη και με αυτόν κουβαλούσα τα ξύλα.
 

Αυτός που με παρότρυνε ν’ ασχοληθώ με τη μουσική ήταν ο Κομνηνός Παπουτσέλης, που έπαιζε βιολί, όπως και ο παππούς του. Μια μέρα, που είχαμε πάει μαζί στα ξύλα, μου πρότεινε ν’ αγοράσω ένα μουσικό όργανο. Η ιδέα του μου άρεσε, αλλά με προβλημάτισε το είδος του οργάνου. Τελικά αποφάσισα και αγόρασα μια κορνέτα, μια τρόμπα. Πήγα, σε ηλικία δεκαεφτά περίπου χρονών, στον Ευστράτιο Ρόδανο (Άννα) και παρακολούθησα συστηματικά μαθήματα. Έδινα 25 δραχμές το μάθημα. Επιθυμία μου ήταν να μου γράψει σκοπούς, για να βγαίνω να παίζω. Θυμάμαι που μου έγραψε το σκοπό «Τα ξύλα». Αργότερα, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια, προχωρούσα μόνος μου.

Default 9
Το δελτίο ταυτότητας του Δημητρίου Αγρίτη, ως μέλους του Σωματείου Μουσικών Λέσβου (23-12-1955)
 

Αρχικά συνεργάστηκα ως μουσικός με το βιολιτζή Κομνηνό Παπουτσέλη, με τον Προκόπιο Μπουρλή, που ήταν φούρναρης, αλλ’ έπαιζε και μπάσο, και με το σαντουριέρη Κωστή Καχιλέλη. Αν δεν κάνω λάθος, πρωτοέπαιξα το 1937 στο καφενείο του Αγγελή Καραγιάννη, που ήταν στη θέση του σημερινού καφενείου του Σταύρου Ψαρρού. Προπολεμικά επίσης πήγαινα στο Αμπελικό και συνεργαζόμουνα με τους ντόπιους Βερβέρηδες (Φράγκους), τους γιους του καφετζή Νικολάου Βερβέρη (Φράγκου), τον Αντώνη, που έπαιζε κλαρίνο, και το Σωκράτη, που έπαιζε βιολί. Στο χωριό αυτό γίνονταν τα πανηγύρια του Αγίου Θεράποντα και του Αγίου Ευσταθίου και συγκεντρωνόταν πολύς κόσμος. Το 1938, επιστρέφοντας κάποια μέρα από το Αμπελικό, πληροφορήθηκα πως στο χωριό μας έγινε ένα φοβερό έγκλημα, με θύματα συγγενείς του Νικολάου Καζαντζή (Καρακάση).

 

Ήμουνα της κλάσης του 1938 και στις 28 Οκτωβρίου κατατάχτηκα στον 7ο Λόχο του 22ου Συντάγματος Πεζικού Μυτιλήνης, στο οποίο διοικητής ήταν ο συνταγματάρχης Παναγιώτης Μπαλής. Το 22ο Σύνταγμα Πεζικού μαζί με το 18ο Σύνταγμα Σάμου και με το 23ο Σύνταγμα Χίου ανήκαν στη XIII Μεραρχία. Ως μουσικός πήγα στη στρατιωτική μπάντα. Λοχαγό στον 7ο Λόχο είχα το Μανόλη Οικονομάκη. Επιλοχεύων ήταν κάποιος Μαρινάτος, από τη Μόρια. Θυμάμαι πως στον 6ο Λόχο, διοικητής του οποίου ήταν ο λοχαγός Τριχιάς, υπηρετούσε ως δόκιμος ο συχωριανός Γεώργιος Πασχαλίδης, που ήταν ο πιο μερακλής αξιωματικός. Στον 6ο Λόχο υπηρετούσε τότε και ο Σαμιώτης ανθυπασπιστής Κωνσταντίνος Μελαχρινίδης, που αργότερα εκτελέστηκε στο μέτωπο της Αλβανίας. Η μπάντα έδρευε στον Άγιο Γεώργιο Μυτιλήνης, στο Τζαμί. Απέναντι ήταν το σπίτι του διοικητή της Ασφάλειας Γαλούση. Στην μπάντα υπήρχαν μόνιμοι και κληρωτοί. Από τους μόνιμους Λέσβιους θυμάμαι το δεκανέα Ευστράτιο Μυρσίνη, από το Πλωμάρι, ο οποίος αργότερα αποστρατεύτηκε ως ταγματάρχης, το δεκανέα κορνετίστα Θεόδωρο Παπά, από το Μεσαγρό, και τον ανθυπασπιστή Μανόλη Συκά, από τον Πολιχνίτο. Κληρωτοί στην μπάντα ήμασταν οι Σαμιώτες Πρόδρομος Σοφατζής και Ιωάννης Διακογεωργίου, οι Πλωμαρίτες Γεώργιος Πατρέλης και Ιωάννης Παντελέλης, ο Δημήτριος Μπουρλέλης ή Στεριανέλης, από την Πλαγιά, ο Χαράλαμπος Γιάννου, από το Μανταμάδο, ο Στρατής Κουτσaφτής, από το Μεσαγρό, ο δεκανέας Ερμόλαος Ζωγράφος, από τον Παλαιόκηπο, ο Όμηρος Μεταξάς από την Ερεσό, γιος του κλαριντζή Κώτσου Μεταξά, οι Τουρκογιάννηδες, ο Μιχάλης και ο αδερφός του, ο Παλαιοκηπιανός Κώστας Τσόλος, ο Αμπελικιώτης Σωκράτης Βερβέρης ή Φράγκος και ο Κατωτριάτης Χαράλαμπος Δάλας, ο πατέρας των αδελφών Δάλα, οι οποίοι κάνουν σήμερα γεωτρήσεις.

 

Στη Μυτιλήνη υπηρέτησα 28 μήνες. Έπρεπε ν’ απολυθώ το 1940, αλλά εντωμεταξύ κηρύχτηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος και με κράτησαν. Έμαθα να γράφω και να διαβάζω μουσική. Ανανεώναμε το ρεπερτόριο της Μεραρχίας. Με την κήρυξη του πολέμου ήρθαμε για ένα διάστημα στους Λάμπου Μύλους, αλλά μετά κατεβήκαμε πάλι στη Μυτιλήνη. Εμείς, οι άντρες της μπάντας, εγκατασταθήκαμε στην περιοχή Μέλαγκας, στον πύργο του Μαν’τάπ’. Ο Εφοδιασμός ήταν στη Σκούντα. Αποστολή μας ήταν η ψυχαγωγία των οπλιτών. Στη Μυτιλήνη παραβγάζαμε τους στρατιώτες, που προορίζονταν για το μέτωπο και που έφευγαν με μεταγωγικά. Αρχιμουσικός μας ήταν ο Γεράσιμος Κανιόρος, ο οποίος ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα αποσπάστηκε σε άλλη μονάδα και ήρθε στη θέση του ο επίσης μόνιμος Λάκης Κυριακίδης, ο οποίος έπαιζε κορνέτα.

 

Τέλη του 1940 είχαμε έρθει με το καράβι «Έλλη» 10 έφεδροι της μουσικής στον Πειραιά, για να προωθηθούμε στο Σύνταγμά μας, αν και έπρεπε να περιμένουμε σχετική διαταγή. Ανάμεσά μας ήταν ο δεκανέας Δημήτριος Μπολέτης, από το Μαρούσι, και ο Αθηναίος Μίμης Μακρίδης, που έπαιζε κορνέτα. Πήγαμε στην Αθήνα, στο Φρουραρχείο, αλλά δεν μπορούσαν να μας στείλουν στο μέτωπο, όπου ήταν η μονάδα μας, γιατί δεν είχε εκδοθεί ακόμη η σχετική διαταγή. Γυρίζαμε από εδώ και από εκεί, χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά ζητήσαμε ακρόαση και παρουσιάστηκα αυτοπροσώπως στον Παπάγο, ο οποίος ενέκρινε την αναχώρησή μας για το μέτωπο. Στο Γουδί μας έδωσαν από δυο μουλάρια. Ταξιδέψαμε με το τρένο και φτάσαμε στη Φλώρινα, τη μέρα της γιορτής του Αγίου Βασιλείου, την Πρωτοχρονιά του 1941. Μέσω Κρυσταλλοπηγής φτάσαμε με τα ζώα στην Κορυτσά, από όπου μας έστειλαν σε αποδεκατισμένες μονάδες. Πρέπει να πω πως δεν είχαμε κανονική εκπαίδευση στα όπλα.

 

Μέχρι τον Απρίλιο του 1941 ήμουνα στην Αλβανία, αποσπασμένος στη X Μεραρχία. Θυμάμαι την Άνω Μογλίτσα, την Κάτω Μογλίτσα, το Μοράβα… Αρρώστησα και αναγκάστηκαν να με κατεβάσουν σε ορεινό χειρουργείο και στη συνέχεια να με προωθήσουν στο Αναρρωτήριο της Κορυτσάς «Τούρτουλη», γιατί μου βρήκαν 140 σφυγμούς. Τελευταία πήγαμε στην Κομμένη Πέτρα, στο ύψωμα 2800. Από τα Τίρανα μας χώριζε ένα ύψωμα.

 

Με την επίθεση των Γερμανών στα οχυρά της Μακεδονίας και την είσοδό τους στη χώρα, οπισθοχωρήσαμε και εμείς στο μέτωπο της Αλβανίας. Εγώ με το Σαμιώτη Ιωάννη Διακογεωργίου ξεκινήσαμε με τα πόδια από την Κομμένη Πέτρα, φτάσαμε στα σύνορα και θέλαμε να κατεβούμε στην Αθήνα. Προτού φτάσουμε στην Καλαμπάκα, συναντήσαμε Γερμανούς και παραδώσαμε τον οπλισμό μας. Οι Γερμανοί έσπαζαν τα όπλα και τα πετούσαν. Εδώ υπήρχαν σταθμευμένα στο δρόμο λεωφορεία, ένα από τα οποία, μάλιστα, έγραφε «ΑΓΙΑΣΟΣ». Οι Γερμανοί μας διέταξαν να τα βγάλουμε από το δρόμο, για να περάσουν τ’ άρματά τους. Φορούσαμε τα στρατιωτικά ρούχα, γιατί δεν ήταν εύκολο να προμηθευτούμε άλλα. Πεινούσαμε και για να επιβιώσουμε αναγκαζόμασταν να κλέβουμε. Φτάσαμε στα Τρίκαλα και στην Καρδίτσα. Εδώ σούβλιζαν αρνιά και πουλούσαν κρέας, αλλά δεν είχαμε χρήματα για ν’ αγοράσουμε. Μετά από μέρες κατεβήκαμε στο Σταθμό Λαρίσης και στη συνέχεια στον Πειραιά, στα Καμίνια. Εδώ συνάντησα το συχωριανό μου Κώστα Πανάγη. Για να εξοικονομήσουμε τα προς το ζην ζητιανεύαμε. Ο Κώστας είχε τυλίξει το πόδι του με επίδεσμο και έκανε τον τραυματία και εγώ έκανα πως τον υποβάσταζα, για να πετύχει το κόλπο. Κάποια οικογένεια συγκινήθηκε, μας έδωσε κατάλυμα και μας περιέθαλψε. Πεινούσαμε, είχαμε ψείρες. Όταν προθυμοποιήθηκαν να φροντίσουν και το πόδι του «τραυματία», αλλάζοντας τους επιδέσμους, είπαμε πως την προηγούμενη μέρα πήγαμε κάπου και έκαναν αλλαγή οι Γερμανοί. Τελικά αναγκαστήκαμε να φύγουμε, για να μη ρεζιλευτούμε.

Default 12
Ως κιθαρίστας ο Δημήτριος Αγρίτης (δεύτερος από δεξιά) με ξένους μουσικούς και με τραγουδίστρια, στο Κέντρο διασκέδασης ( Πάρκο της Καρυάς), που εκμεταλλευόταν ο Γρηγόριος Χατζηραβδέλης.
 

Για να πάμε στο νησί, έπρεπε να εξοικονομήσουμε τα ναύλα μας. Ο Παναγιώτης Γλεζέλης, ο πλούσιος συμπατριώτης μας, που ήταν εγκαταστημένος στην Αθήνα ως αντιπρόσωπος της Ford, έδινε από ένα πενηντάρι στους Αγιασώτες. Με καΐκι ήρθαμε στο Πλωμάρι, ο Παναγιώτης Μαριγλής, ο γιος του Ευριπίδη, και εγώ. Από το Πλωμάρι όμως δεν ξέραμε να έρθουμε στην Αγιάσο με τα πόδια, γιατί ήταν νύχτα. Ο Μαριγλής έδωσε σ’ έναν Πλωμαρίτη 200 δραχμές και μας έφερε στ’ αγιασώτικα. Φτάσαμε χαράματα στο «Σκουτ’νό» στο κτήμα του Καραγιάννη (Ατζιλέλ’). Από εκεί και πέρα ήξερα το δρόμο.

 

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής εργάστηκα ως μουσικός. Συνεργάστηκα με το Γεώργιο Ζαφειρίου (Ζουγή), με τον Προκόπιο Μιχαήλ Σουσαμλή, με το Ραφαήλ Σουσαμλή και με το Θεόφιλο Ψύρρα. Κάθε Σαββατοκύριακο παίζαμε σε χωριά και επιστρέφαμε στην Αγιάσο τη Δευτέρα. Παίρναμε ως αμοιβή από ένα σακίδιο «τσολάκια». Τότε δεν είχε πολλά παπούτσια. Ο συνάδελφος Ραφαήλ Σουσαμλής μας είχε κάνει «τσοκαρέτες», που ήταν ένα είδος τσόκαρα με μεντεσέδες από κάτω. «Τσοκαρέτες» έφτιαχνε και ο Θεόδωρος Καραμανλής, ο Ανανίας. Τα παπούτσια, για να μη χαλάνε, τα είχαμε στα σακίδια και τα φορούσαμε, όταν φτάναμε κοντά στο χωριό. Τα «τσολάκια» τα δίναμε στο Γεώργιο τον Κλόκα, τον μετέπειτα οπωροπώλη και φιστικά. Παίρναμε σιτάρι, το κάναμε «κουρκούτη» με το μύλο και τη μαγειρεύαμε.

 

Πηγαίναμε σε πολλά χωριά, στο Αμπελικό, στα Βασιλικά, στα Βατερά, στο Βούρκο, στη Βρίσα, στη Μόρια, στα Μυστεγνά, στα Πάφλα, στη Σκάλα Πολιχνίτου, στο Πλωμάρι, όπου υπήρχαν πλούσιοι γλεντζέδες, όπως ο Γεώργιος Δαδιώτης, ο Λαγουμίδης ή Λαγός και άλλοι, στο Καμένο χωριό, όπου παραθέριζαν οι Πλωμαρίτες, και αλλού. Ο Λαγός, όταν ύστερα από πολλά χρόνια μας συνάντησε, μας είπε: Δεν ήξερα πως το γήρας είναι η πιο μεγάλη ασθένεια! Μόνο στην Ερεσό και στο Σίγρι δεν πήγαμε. Ήμασταν γυρολόγοι. Στα πανηγύρια του Αγίου Θεράποντα και του Αγίου Ευσταθίου παίρναμε πολλά χρήματα.

Default 15
Αναμνηστική φωτογραφία από χοροεσπερίδα που πραγματοποιήθηκε, επί βασιλείας, στον Κινηματογράφο «Όλυμπος» (Αποκριές 1958;). Διακρίνονται, από αριστερά, οι μουσικοί Ευστράτιος Παπάνης, Σταύρος Ρόδανος, Ευστράτιος Ψύρρας, Χαρίλαος Ρόδανος και Δημήτριος Αγρίτης. Κάτω, δεύτερος από αριστερά, ο ειρηνοδίκης Αγιάσου Ναούμ…
 

Δεν έφτανε που πήγα στο μέτωπο της Αλβανίας, επιστρατεύτηκα και κατά τον Εμφύλιο και υπηρέτησα ένα χρόνο. Κατατάχτηκα στο 58ο Τάγμα Εθνοφρουράς Θεσσαλονίκης, στον 3ο Λόχο. Μαζί μου ήταν και οι συχωριανοί Βασίλειος Νουλέλης (Ρουδιά), Οδυσσέας Κλήμος, Γεώργιος Χατζηπαυλής, Ευστράτιος Αβδελέλης, Κώστας Πανάγης, Μιχαήλ Γαλετσέλης (Καρίπης) και Στρατής Γαββές. Από αυτούς οι τέσσερις πρώτοι στάλθηκαν στη Μακρόνησο. Τον τελευταίο τον αιχμαλώτισαν οι αντάρτες. Από τη Θεσσαλονίκη προωθηθήκαμε στο Τσοτίλι και μας αποσπάσανε. Εγώ τοποθετήθηκα στο Λόχο Στρατηγείου της 22ας Ταξιαρχίας και είχα λογαχό τον Ανδρέα Γαλάνη. Εδώ δεν ήρθα ως μουσικός, αλλά ως ημιονηγός. Ανέβηκα στο Βίτσι και στην οροσειρά Μάλι Μάδι. Από τους Αγιασώτες θυμάμαι το λοχία Φώτιο Καναρέλη (Μπούκατο), το Στρατή Βουνάτσο (Κνα), το γιο του Χαρίλαου, που ήταν καταδρομείς, το Στρατή Χατζηφώτη, το Γεώργιο Χρυσάφη και άλλους. Υπηρέτησα κοντά στον ταξίαρχο πεζικού Δημήτριο Μαρκόπουλο, που καταγόταν από την Κρήτη. Ήταν ο πιο κακός, ο πιο σκληρός άνθρωπος. Έσφαζε και σκότωνε αντάρτες. Τα αφτιά του είχαν πάθει από κρυοπαγήματα. Όταν έμαθε πως είμαι από την Αγιάσο, με ρώτησε αν γνωρίζω τον αξιωματικό Φώτιο Τάλιο και του είπα ναι. Έτσι με κράτησε και έγινα σαν ιδιαίτερός του.

 

Στο Μάλι Μάδι μας κυνήγησαν οι αντάρτες και οπισθοχωρήσαμε. Ο ταξίαρχος τραυματίστηκε. Εγώ παράτησα το τουφέκι και το έβαλα στα πόδια. Έφτασα στον Αλιάκμονα ποταμό και κρύφτηκα. Μετά ανασυνταχτήκαμε στο χωριό Απόσκεπος Καστοριάς. Από τους Αγιασώτες θυμάμαι στον Απόσκεπο τον Κώστα Πανάγη, το Λευτέρη Καζαντζή (Καρακάση), το Δημήτριο Κουρβανιό (Καρότο) και το Στρατή Ρουμπάπη (Αφαλή). Όσοι πέρασαν τον ποταμό θεωρήθηκε ότι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους. Ειπώθηκε, μάλιστα, πως όσοι παράτησαν τα όπλα τους θα τουφεκιστούν. Εγώ βρήκα και πήρα ένα άλλο. Το όπλο όμως αυτό αποδείχτηκε πως ήταν κλεμμένο και πως δεν ήταν το δικό μου, γιατί είχε άλλον αριθμό. Τελικά ομολόγησα πως το δικό μου το έχασα και πως βρήκα ένα άλλο πεταμένο και το πήρα. Έτσι γλίτωσα.

 

Μέχρι το 1944-1945 πήγαινα βοηθητικός στην κομπανία των Ρόδανων. Αργότερα όμως, από το 1947 και εδώ, συνεργάστηκα κανονικά ως τρομπονίστας με τους Ρόδανους. Πρέπει να πω πως έπαιζα και κιθάρα και τζαζ. Στις 6-3-1955 παντρεύτηκα τη Μαρία Ηλιογραμμένου Τσουκαρέλη. Το μυστήριο έγινε στο σπίτι, όπως συνηθιζόταν τότε. Δεν ευτύχησα ν’ αποκτήσω παιδιά. Συνταξιοδοτήθηκα το 1985. Έμεινα ο τελευταίος μουσικός φυσερού οργάνου στην Αγιάσο. Το 1960 πήγα με τους Ρόδανους στη Μυτιλήνη και εργάστηκα το χειμώνα στο Κέντρο των αδελφών Κατσαναβάκη, του Στρατάρα, του Γιώργου και του Μιχάλη, που και οι τρεις σήμερα είναι πεθαμένοι. Από αυτούς παντρεμένος ήταν μόνο ο Μιχάλης, που έχει τρεις κόρες. Οι Ρόδανοι συνέχισαν να εργάζονται στη Μυτιλήνη. Εγώ έμεινα στην Αγιάσο και συνεργάστηκα με το Γρηγόρη Κουρβανιό και με το Στρατή Σουσαμλή (Σιλέμ’). Στη Μυτιλήνη έφυγε και ο καλός σαντουριέρης Στρατής Ψύρρας ή Μουζού, που εργάστηκε στον «Ξενύχτη» του Στρατή Παναγιώτη Κουταλέλη, για να συμπληρώσει ένσημα του ΙΚΑ.

Default 18
Αναμνηστική φωτογραφία της λαϊκής ορχήστρας, που έλαβε μέρος στην παρουσίαση το 1965 από το Αναγνωστήριο «η Ανάπτυξη» της δραματικής οπερέτας του Νίκου Χατζηαποστόλου «Η καρδιά του πατέρα». Διακρίνονται, από αριστερά, οι μουσικοί: Ευστράτιος Παπάνης, Δημήτριος Αγρίτης, Πάνος Πράτσος (πρόεδρος του Αναγνωστηρίου), Γιάννης Σουσαμλής (Κακούργος), Ευστράτιος Σουσαμλής (Σιλέμ’ς), Κώστας Ευριπίδη Ζαφειρίου και Ευριπίδης Ζαφειρίου (Καζίνο).
 

Η παρουσία μου σε γάμους, σε βαφτίσεις, σε χοροεσπερίδες, σε σχολικές εκδηλώσεις, σε γλέντια, σε θεατρικές παραστάσεις, ήταν έντονη. Για το Αναγνωστήριο «η Ανάπτυξη» έπαιξα αρκετές φορές, κυρίως σε οπερέτες. Θυμάμαι τα έργα «Η τύχη της Μαρούλας», για το οποίο κάναμε επί 60 μέρες πρόβες, «Οι απάχηδες των Αθηνών», «Το κορίτσι της γειτονιάς», «Η καρδιά του πατέρα». Επίσης έπαιξα ως μουσικός στο έργο «Στραβογιώργης», το οποίο παρουσίασε ο Γυμναστικός Ποδοσφαιρικός Σύλλογος «Όλυμπος», σε σκηνοθεσία Ηλία Μακρέλη ή Ψυρκούδη, όταν πρόεδρος ήταν ο Στρατής Τζίνης. Θυμάμαι πως το έργο παίχτηκε στο «Φουλίδ’» και πως πήρε μέρος σ’ αυτό το «Μαρικέλ’», η κόρη του Προκοπίου Στεφάνου. Επίσης έπαιξα για τον Ερασιτεχνικό Φιλοτεχνικό Όμιλο «Το Μπουρίνι» Μυτιλήνης, στα έργα «Ο Βασίλης ο Αρβανίτης» του Μυριβήλη και «Ο Βουρκόλακας» του Εφταλιώτη. Δεν πρέπει να λησμονήσουμε και την ταινία «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια», τη βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Μυριβήλη, που σκηνές της ο Κώστας Αριστόπουλος γύρισε στην Αγιάσο. Μας φώναξε για τη σκηνή που αφορούσε κάποιον που σκοτώθηκε στο μέτωπο. Τέλεσαν λοιπόν το τρισάγιο στο Νεκροταφείο μας και κάναμε μια πρόβα. Βάλαμε το πένθιμο, δηλαδή το αγιασώτικο, και τρελάθηκε ο Αριστόπουλος από τη χαρά του. Το έβαλε μάλιστα και ως προανάκρουσμα, πριν αρχίσει το έργο. Ηθοποιοί ήταν η Κάτια Δανδουλάκη, ο Γιάννης Φέρτης, ο Βασίλης Κολοβός, ο Χρίστος Τσαγανέας, η Τάνια Τσανακλίδου και άλλοι που δεν τους θυμάμαι. Μουσικοί ήμασταν ο Χαρίλαος Ρόδανος, ο Σταύρος Ρόδανος, ο Γιάννης Σουσαμλής ή Κακούργος, ο Ευριπίδης Ζαφειρίου, ο Κώστας Ευριπίδη Ζαφειριού, ο Ευστράτιος Παπάνης και εγώ.

 

Η παρουσία μου σε Κέντρα της Αγιάσου από το 1950 και μετά, μαζί με τους άλλους μουσικούς, ήταν συνεχής. Της «Παναγίας» άλλη φορά γινόταν το πανηγύρι στην Αγορά, στην Καφενταρία και στα άλλα καφενεία. Μετά άλλαξε, έφερναν δηλαδή τραγουδίστριες. Εμείς κατεβήκαμε στου Παναγιώτη Καμαρού και παίζαμε. Εργαστήκαμε επί ένα χρόνικό διάστημα και στο Κέντρο «Χαραυγή», της Ζωοδόχου Πηγής, εκεί όπου σήμερα είναι χτισμένο το Αναγνωστήριο. Το Κέντρο αυτό το δούλευε τότε ο Βασίλης Γραμμέλης, ο οποίος είχε φέρει και μια χορεύτρια, την Καίτη, που έλεγε και κανένα τραγουδάκι. Αν θυμάμαι καλά, έφερε και το Σπύρο Ζαγοραίο με τη γυναίκα του Ζωή, που συνεργάστηκαν μαζί μας. Έπειτα πήγαμε στο Κέντρο του Γρηγόρη Χατζηραβδέλη ή Σουλουγάνη, ο οποίος είχε φέρει και ένα μπαλέτο, με το Βασίλη BANΣΤΑΝ, που ήταν ένας μεγάλος χορευτής με δύσκολο πρόγραμμα. Ο Χατζηραβδέλης είχε την πλατεία, το πάρκο. Δουλεύαμε με μεροκάματο. Στον καθένα έδινε 40 δραχμές, καθώς και τα τυχερά, αν παίρναμε. Ήταν σωστός άνθρωπος. Και κανένας πελάτης να μην ερχόταν, πλήρωνε όχι μόνο εμάς, αλλά και ό,τι νούμερο είχε, γιατί έφερνε καλές τραγουδίστριες. Κάποτε έφερε μια που έπαιρνε 600 δραχμές τη μέρα. Την είχε κλείσει για 15 μέρες. Τις καθημερινές όμως έρχονταν στο Κέντρο πολύ λίγοι πελάτες, γιατί το πιοτό είχε 1,70, ενώ αντίκρυ, στου Δουλά, είχε 1,50 και τον προτιμούσαν, με αποτέλεσμα να μπαίνει μέσα το Κέντρο. Για να τιμωρήσει τους απέναντι, πήγε και πήρε ένα τόπι κάμποτο και έφραξε όλο το δρόμο. Είχαμε τότε δυο τραγουδίστριες, τη Ζωζώ και τη Νανά, και υπήρχαν πελάτες «Ζωζωικοί» και «Νανικοί». Έπειτα περάσαμε στου Γρηγόρη Δουλαδέλη. Παίζαμε με ποσοστά, δηλαδή είκοσι τοις εκατό στις καθαρές εισπράξεις. Παίξαμε πολλά χρόνια. Περάσαμε καλά, γιατί ο Γρηγόρης και η Βαγγελιώ ήταν καλοί άνθρωποι. Από τον Απρίλιο μέχρι της Αγίας Τριάδας παίζαμε στη Φαμάκα. Είχαμε και εκεί τραγουδίστριες. Το Κέντρο το είχε ο Ιωάννης Τραγέλης. Πέρασαν πολλοί από τη Φαμάκα, που ανήκε στο Δημήτριο και στη Θεοδώρα (Θουδουρούλ’) Ζερδελέλη, που είχαν τέσσερις κόρες, πολύ αγαπημένες. Η Ευστρατία, ήταν σύζυγος του Φωτίου Βερβέρη, η Αγγελική είχε το Χριστόφα Φραντζή, η Σοφία το Νίκο Τσουλέλη και αργότερα το Γιάννη Πατράκη και η Γιώτα τον Ιωάννη Τραγέλη. Εδώ παίζαμε πολλά καλοκαίρια.

 

Ευκαιριακά ήθελα να πω λίγα και για τον Κωνσταντίνο Φραντζή, το σημερινό σεβασμιότατο μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιάκωβο. Όταν πηγαίναμε στο πάλκο, ερχόταν και κάθιζε αμίλητος κοντά μας και μας βοηθούσε στα όργανα. Φορούσε ένα καπελάκι με την κουκουβάγια, το πηλήκιο. Εκτός από τον Κωνσταντίνο ερχόταν και ο αδερφός του, ο Τάκης, μακαρίτης σήμερα. Αυτός ήταν πολύ ζωηρός. Καθόταν κοντά μου και κοίταζε τι «κατσπουδιά» θα κάνει. Έπιανε την «πατήτιρια» του τζαζ, για να μην μπορώ να παίξω. Και ο Κωνσταντίνος φώναζε: Τάκη, φρόνιμα! Ο Κωνσταντίνος φαινόταν από μικρός πως θα προοδέψει».

Default 21
Τα μουσικά όργανα του Δημητρίου Αγρίτη, τοποθετημένα με τάξη σε πατάρι του σπιτιού, έπαψαν πια να ηχούν…
(Φωτογραφία Γιάννη Χατζηβασιλείου, 3-1-2003)
περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 135/2003

ΠΑΠΟΥΤΣΗΔΕΣ ΚΑΙ ΚΑΛΦΑΔΕΣ

Ο υποδηματοποιός-δερματέμπορος Παναγιώτης Καμινέλης (αριστερά) και ο Γεώργιος Συναδινός (Βαρού)
Ο υποδηματοποιός-δερματέμπορος Παναγιώτης Καμινέλης (αριστερά) και ο Γεώργιος Συναδινός (Βαρού)

Άλλοτε η Αγιάσος είχε πολλά εργαστήρια, ήταν αυτάρκης σε βιοτεχνικά και άλλα προϊόντα. Υπήρχαν σακοποιεία, βυρσοδεψεία, αγγειοπλαστεία, σιδηρουργεία, ξυλουργεία, μαχαιροποιεία, κετσετζίδικα, ραφεία, καπιστράδικα, σαμαράδικα, παπουτσίδικα και τόσα άλλα. Σήμερα πολλά επαγγέλματα έχουν εκλείψει. Τα περισσότερα εργαστήρια έκλεισαν είτε γιατί ο κόσμος έφυγε στα αστικά κέντρα είτε γιατί τα προϊόντα τους έπαψαν να έχουν ζήτηση…

Ενδεικτικός του βιοτεχνικού οργασμού των Αγιασωτών είναι και ο παρακάτω πίνακας των υποδηματοποιών και των καλφάδων, οι οποίοι εργάζονταν στα 33 παπουτσίδικα που λειτουργούσαν στη δεκαετία 1950-1960 … Τον κατάρτισε ο εκλεκτός φίλος και συνεργάτης μας Γρηγόριος Ιωάννου Παπαπορφυρίου, ο οποίος εργάστηκε κοντά στον πατέρα του ως υποδηματοποιός, προτού φύγει στην Αμερική και εγκατασταθεί στην Αστόρια…

ΓΙΑΝΧΑΤΖ

Α. Υποδηματοποιοί με δικά τους εργαστήρια: Αβαγιανός Ιωάννης, Αξιομάκαρος Σταύρος, Βαλεντίνος Μιχαήλ, Βάλεσης Αντώνιος, Βάλεσης Ευστράτιος, Βαλιάτα Αλεξανδρής, Βατρικάς Ιωάννης, Βουρλής Ευστράτιος, Δεμιργκέλης Αναστάσιος, Ζαλπαρίνης Βασίλειος, Καμινέλης Παναγιώτης, Καμπουρέλης Βασίλειος, Καμπουρέλης Ευστράτιος, Καπτανής Παναγιώτης, Καραγιάννης Γεώργιος, Καραγκιοζέλης Κωνσταντίνος, Καραδεμίρης Γεώργιος, Κουνέλης Σπύρος, Κρυνής Σταύρος, Κουρτζέλης Παναγιώτης, Μακρέλης Ευστράτιος, Παπαπορφυρίου Ιωάννης, Παραμυθέλης Παράσχος, Παραμυθέλης Χρίστος, Πασχαλιάς Ιωάννης, Πρινίτης Μιχαήλ, Σταφίδας Παναγιώτης, Τζίνης Δημήτριος, Τσουκαλάς Χριστόφας, Τσουκαρέλης Δημήτριος, Φραντζής Χριστόφας, Χατζηκομνηνός Χριστόφας, Ψυρκούδης Ευστράτιος…

Ο Ιωάννης Παπαπορφυρίου (Τσίρος) ως τα τελευταία του ασκούσε το επάγγελμα του... (Τη φωτογραφία παραχώρησε ο Στρατής Γραμμέλης)
Ο Ιωάννης Παπαπορφυρίου (Τσίρος) ως τα τελευταία του ασκούσε το επάγγελμα του…
(Τη φωτογραφία παραχώρησε ο Στρατής Γραμμέλης)

Β. Καλφάδες: Αβαγιανός Βασίλειος, Αρβανιτέλης Ευστράτιος, Ασβεστάς Παναγιώτης, Ασπρομάτης Φώτιος (Καβουριά), Καζαντζής Παναγιώτης, Κακαλιός Παναγιώτης, Καλέλης Απόστολος, Καλέλης Ευστράτιος, Καμπουρέλης Μιχαήλ, Καραγιάννης Παναγιώτης, Κηκίδας Παναγιώτης, Κοντής Ευστράτιος (Σμαρίδα), Κουνής Αντώνιος, Κουνής Στυλιανός, Κουριτάς Κωνσταντίνος, Κουριτάς Παναγιώτης, Κουφέλος Ευστράτιος, Πατέλης Αντώνιος, Οικονόμου Ευστράτιος, Παπαπορφυρίου Γρηγόριος, Παπαπορφυρίου Ευστράτιος, Πρινίτης Ευστράτιος, Πρινίτης Παναγιώτης, Ράπτης Μιχαήλ, Σιάχος Προκόπιος, Σκλεπάρης Ιωάννης, Τζέγκος Παναγιώτης, Ψυρκούδης Παναγιώτης…

Ο Μιχαήλ Πρινίτης και ο γιος του Ευστράτιος στο εργαστήριο τους ... Δεξιά κάτι μαστορεύει ο Σταύρος Τσομπανέλης (Λαχανίδα). (Τη φωτογραφία παραχώρησε ο Πολύδωρος Πρινίτης)
Ο Μιχαήλ Πρινίτης και ο γιος του Ευστράτιος στο εργαστήριο τους … Δεξιά κάτι μαστορεύει ο Σταύρος Τσομπανέλης (Λαχανίδα).
(Τη φωτογραφία παραχώρησε ο Πολύδωρος Πρινίτης)
Το σινάφι των παπουτσήδων διασκεδάζει στον Κάτω Κάμπο, στο καφενείο του Γιάννη Λαλά (Καμτζουρέλη), τιμώντας τον προστάτη Αγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, πριν από πολλά χρόνια... Χορεύουν από δεξιά ο Ευστράτιος Κουφέλος, ο Παναγιώτης Πρινίτης, ο Στυλιανός Κουνής και ο Γρηγόριος Παπαπορφυρίου. (Τη φωτογραφία παραχώρησε ο Γρηγόριος Παπαπορφυρίου)
Το σινάφι των παπουτσήδων διασκεδάζει στον Κάτω Κάμπο, στο καφενείο του Γιάννη Λαλά (Καμτζουρέλη), τιμώντας τον προστάτη Αγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, πριν από πολλά χρόνια… Χορεύουν από δεξιά ο Ευστράτιος Κουφέλος, ο Παναγιώτης Πρινίτης, ο Στυλιανός Κουνής και ο Γρηγόριος Παπαπορφυρίου. (Τη φωτογραφία παραχώρησε ο Γρηγόριος Παπαπορφυρίου)

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 94/1996

ΟΡΦΕΥΣ ΚΕΡΑΜΙΩΝ – ΚΡΟΝΟΣ ΑΓΙΑΣΟΥ 1-2

ΑΓΙΑΣΟΣ, ΒΑΓΗΣ, ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ, ΒΕΤΣΙΚΑΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ, ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ, ΚΕΡΑΜΙΑ, ΚΡΟΝΟΣ, ΝΟΥΛΕΛΗΣ, ΞΕΝΕΛΗΣ, ΟΡΦΕΑΣ, ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΠΑΠΑΝΗΣ, ΠΙΤΣΟΛΟΣ, ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ, ΤΖΑΝΕΤΗΣ, ΤΖΑΝΕΤΟΓΛΟΥ, ΦΡΑΝΤΖΗΣ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ, 13-09-1931