Γιου Σταύρους πάγινι στα χουριά αρβύλις. Στα Βασιλ’κά αντάμουσι ένα γιουλντάσιντ τσι κάτσαν στου καφινέ τσι ρακουπίναν. Μι τ’ κουβέντα πέρασι γη ώρα, πήγι μισάν’χτα. Λέγ’ φίλουσιντ: τούλουγια θα φυγς μες στ’ νύχτα. Έλα στου σπίτ’ να τσμηθείς τσι φεβς, άμα ξμηρώσ’. Σκουθήκαν τσι παραπατώντας πήγαν στου σπίτ’. Βρότξι τ’ πόρτα τσ’ ίβγι γη γναίκαντ. Μόλις τουν είδι, ίβαλι τς φουνές. Γιου Σταύρους αλαργάριψι. –Έλα, τ’είπι του γιουλντάσιντ. –Δέσ’ του στσύλου, λέγ’ Σταύρους. –Εμ εν έχου στσύλου. Λέγ’ Σταύρους: θαρρείς του!
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΗΝΑΣ
περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 58/1990
Thank you for your sharing. I am worried that I lack creative ideas. It is your article that makes me full of hope. Thank you. But, I have a question, can you help me?
Your point of view caught my eye and was very interesting. Thanks. I have a question for you.