05/12/1940
Θαρείς κι όλα ημέρωσαν. Το κρύο είναι τσουχτερό μα ο ήλιος που βγήκε ύστερα από τόσες μέρες το μαλακώνει. Σήμερα ξεκουραστήκαμε. Το βράδυ φορτώνουμε τ’ αυτοκίνητα κριθάρι. Αύριο θα πάμε στην Κορυτσά.
6/12/1940
Πρωί ξυπνάμε. Ρόφημα, παίρνουμε εφόδια, βενζίνη και τροφή και ξεκινάμε όλη η φάλαγγα. 40 αυτοκίνητα στη σειρά. 126 χιλιόμετρα μέσω Φλωρίνης. Ο δρόμος πάνω απ’ τη Φλώρινα είναι γεμάτος χιόνι κι ανεβαίνουμε 19½ χιλιόμετρα ανηφοριά. Περνάμε πάνω απ’ τα σύννεφα. Ένας ήλιος λούζει τις βουνοκορφές. Κάτου ο κάμπος φαίνεται σαν ο ήλιος διαπερνά τα σύννεφα σαν από αεροπλάνο. Εργάτες σκάβουν τους πάγους κι ανοίγουν το δρόμο. Τρακτέρ δουλεύουν για τον ίδιο σκοπό. Ατέλειωτη σειρά απ’ αυτοκίνητα σκαρφαλώνει τα ψηλά βουνά. Είναι απ’ όλες τις μοίρες όλα τ’ αυτοκίνητα της Ελλάδας που τροφοδοτούν τους φαντάρους της πρώτης γραμμής. Περνούμε τα σύνορα. Κάπου έχουν ανατινάξει κάτι βράχους οι Ιταλοί για να φράξουν το δρόμο. Παντού τα σημάδια του πολέμου. Συρματοπλέγματα, λάκκοι θεόρατοι από βόμβες, και τα χωριά που συναντούμε είναι ερειπωμένα απ’ τους βομβαρδισμούς. Αρβανίτες χωριάτες με τα φέσια τ’ άσπρα πολεμούν και σιάζουν δρόμους. Κοντεύουμε την Κορυτσά. Δύο βουνά στέκονται επιβλητικά με τις χιονισμένες τους πλαγιές. Είναι το ‘λβαν και το Μοράβα κι ανάμεσά τους περνάει ο δρόμος.

Προχωρούμε. Κάπου βρίσκουμε κανόνια που έπεσαν λάφυρα στα χέρια του στρατού μας. Η Κορυτσά φαίνεται. Πλάι στο δρόμο νιόσκαφοι τάφοι μαρτυρούν πως κρύβουν μέσα τους αγγαλιαστούς πολλούς πολεμιστές Έλληνες και Ιταλούς. Όλοι τους παιδιά μανάδων που μαυροφόρεσαν. Κρύος που είναι ο θάνατος! Καημένα παιδιά! Δεξιά μας είναι αεροδρόμιο τέως Ιταλικό. Τρία αεροπλάνα καμένα στις άκρες του κείτουνται. Μπαίνουμε στην Κορυτσά. Μεγάλη κίνηση. Τα καταστήματα είναι κλειστά. Είναι σήμερα τ’ Αϊ Νικόλα. Παντού στρατιώτες. Τραυματίες, αιχμάλωτοι Ιταλοί φορτώνονται στ’ αυτοκίνητα και στέλνονται πίσω στην Αθήνα. Ξεφορτώνουμε σ’ ένα στρατώνα Ιταλικό. Το πυροβολικό μας τον έχει ρημάξει. Έμαθα πως ο αδερφός μου ο Αντώνης βρίσκεται στην Κορυτσά. Τον γυρεύω παντού κι αυτός εμένα μα δεν μπορούμε να συναντηθούμε. Φεύγω λυπημένος στις 5 τ’ απόγεμα. Νύχτα κι έχω 152 χιλ. να τρέξω μέσον Καστοριάς. Ο συνοδηγός μου είναι ένα απλοϊκό παιδί από το Σουφλί. Μου διηγείται τη ζωή του κι ένα σωρό πράματα. Η μοναξιά κι ο στρατός πώς ενώνει τους ανθρώπους!
Φτάνουμε στις 10 τη νύχτα στη βάση μας. Δεν έχω όρεξη, δεν τρώγω και νιώθω πολύ κουρασμένος. Ύπνος γλυκός. Ξυπνώ και συλλογιέμαι για κείνα που πέρασαν. Ένα πρόσωπο αχνοφέγγει μες το σκοτάδι σαν παρηγοριά. Το κορίτσι που άφησα στο χωριό κει κάτου. Βαγγελίτσα παρηγοριά μου κι ελπίδα μου. Ψάχνω το φυλαχτό μου και τη συλλογιέμαι.

Το πρωί ήρθε μια γριά μες το δωμάτιο του χαμόσπιτου που κοιμόμαστε αγκαλιά με το Στρατή Δουκάκη. Ήρθε ν’ ανάψει τη σόμπα. Θυμάμαι τη μάνα μου και δακρύζω. Είναι η γιαγιά του σπιτιού. Μιλάει τα Λαζικά . Είναι απ’ τον Καύκασο. Μας περιποιείται σαν μάνα.
Can you be more specific about the content of your article? After reading it, I still have some doubts. Hope you can help me.