ΟΙ ΝΕΟΙ, Η ΠΑΤΙΝΑΔΑ, ΤΑ ΚΟΥΪΤΟΥΚΙΑ…

Με το πέρασμα του καταλύτη χρόνου σβήνουν και χάνονται σιγά σιγά τα όμορφα και γρα­φικά έθιμα του κάθε τόπου. Μένει όμως η γλυκιά τους ανάμνηση σ’ αυτούς που τα έφτασαν και τα έζησαν.
Κοντά σ’ αυτά που έσβησαν και χάθηκαν είναι και το έθιμο της πατινάδας, της βόλτας που έ­καναν τα παλικάρια από παλιά χρόνια μέσα στο χωριό, ένα γύρω και σχεδόν στο κέντρο του, ως το 1945 – 1946. Η πατινάδα γινόταν κάθε Κυριακή και μεγάλη γιορτή, τ’ απόγευμα, μέσα στους μαχαλά­δες, γιατί εκεί θα έβρισκαν τα παλικάρια τις κοπέλες να τις φλερτά­ρουν, να γνέψουν και να πλέξουν τα ερωτικά τους ειδύλλια.
Πάνω στη διαδρομή της πατινά­δας και σε κάθε μαχαλά υπήρχε και ένα καφενεδάκι, το λεγόμενο κουϊτούκι. Άνοιγε μόνο τις Κυριακάδες και πασίμαδες, τ’ απογεύ­ματα, και έκλεινε μόλις νύχτωνε. Πουλούσε μόνο ρακί και κονιάκ. Σήμερα, αν ακολουθήσουμε τη διαδρομή της πατινάδας, δε θα βρούμε τίποτα απ’ ό,τι ξέραμε, όλα έχουν αλλάξει. Τα κουϊτούκια οικοδομήθηκαν και τα καλντερίμια στους περισσότερους μαχαλάδες ανακατασκευάστηκαν από το Δή­μο, για να κυκλοφορούν τα τροχοφόρα. Τα γραφικά παραδοσιακά σπίτια με τα μπαλκόνια, τις κλημα­ταριές, τις γλάστρες με τις γαρουφαλλιές, το πρασινάκι, τη μαντζουράνα, τα σκουλαρίκια κι άλλα άρ­χισαν να σπανίζουν. Τα εξαφάνισε η εισβολή του τσιμέντου, με τις διασκευές και μετατροπές των νταμιών σε σαλόνια, κουζίνες, μπάνια. Το μυστρί του σουβατζή, το πινέλο του ελαιοχρωματιστή και οι σιδερένιες πόρτες κάνανε τα πάντα αγνώριστα.
Εδώ θα αναφέρουμε τα κουϊ­τούκια που υπήρχαν πριν 70 χρόνια, ποιοι τα είχαν και τι γινό­ταν εκεί. Στην Περασιά υπήρχε το κουϊτούκι του Βασίλη Ραϊστέλη ή Παλαιολόγου. Στον Απέσο, του Βασίλη Καρατζά ή Δάχτλα. Στην ωραία Μπουτζαλιά, που λέει και το τραγούδι, με τα στενά και κα­τηφορικά δρομάκια, του Δημητρού Ρούγκου. Αυτό βρισκόταν κάτω από το σπίτι του με τα σαχνισίνια και, σαν χήρος με δυο παι­διά, βρισκόταν όλες τις ώρες και μέρες εκεί, γι’ αυτό αποτελούσε εξαίρεση από τ’ άλλα, που άνοιγαν μόνο τις Κυριακάδες τ’ απογεύμα­τα και έκλειναν όταν νύχτωνε. Ο Ρούγκος ήταν καλός γλεντζές, από τους λίγους. Γι’ αυτό και η παρέα του, που δεν πήγαινε παρακά­τω, με τους Θανάση Καμαρό ή Κουρτσιάδη, που είχε θρονιασμέ­νο και όργαλο (λατέρνα) του εκεί, το Γεώργιο Σκλεπάρη ή Θείο, το Στρατή Νιγδέλη ή Δοντά, το Βαγγέλη Κοντή ή Μπονατσέλη, το Θό­δωρο Χτενέλη ή Μπολασίκη, τον Πάνο Βουνάτσο ή Κνα, δεν έλει­παν από εκεί ποτέ. Γλένταγαν ταχτικά και κάπου κάπου έβγαζαν και βδομάδα σαν τον παπά. Πάνω στα γλέντια τους φτιάχνανε τε­τράστιχα που στόχο είχαν το Ρούγκο. Τα δέχονταν και τ’ ανέχονταν με γέλια, ό,τι και να του κά­νανε, ό,τι και να του λέγανε. Τα στιχάκια τα τραγουδούσαν πάνω στο σκοπό της εποχής και περνού­σαν στο στόμα όλων και γενικεύ­ονταν. Εκτός από την εποχή που άφησε το κουϊτούκι, άφησε και ο Ρούγκος τα παρακάτω τραγούδια, που τραγουδιούνται ακόμα και σή­μερα κάπου κάπου:
Ωραία Μπουτζαλιά μου,
που ‘σταν καμπαναριό
κι σ’ έκανι ο Ρούγκος
σουστό πουταναριό.
Ωραία Μπουτζαλιά μου,
στα μαύρα να ντυθείς,
‘χάσις την Κλεανθίτσα,
δε θα την ξαναδείς.
Ρε Ρούγκου Δημητρό,
πλέρουσι του μουρό,
κι σα δε του πληρώσεις,
θα του πληρώσω γω.
Ανάθιμά σι, Καλαλέ,
που έκλιψις τα χράμια
κι πήγις κι τα έφαγις
μι τς Μπουτζαλιάς τ’ αλάνια.
 
Μια μέρα που ο Ρούγκος έκαψε τον τεντζερέ, που έβραζε ρεβίθια για να φάει με τα μωρά του, τρα­γούδησε στην παρέα του, αφού είπε το πάθημά του:
Δεν έκλιγα του τζιτζιρέ,
μου έκλιγα τ’ αρβίθια,
που μείναν τα μουρά ιν(ι)σκά
κι κλαίγαν ούλη νύχτα.
 
Από τα γλέντια, τα ξενύχτια, τα τραγούδια, που γίνονταν στου Ρούγκου, μόνο που τα άκουσε ο μερακλής ράφτης Αντώνης Μηνάς εμπνεύστηκε και έγραψε την Αγιασώτικη ηθογραφία με τίτλο «Ωραία Μπουτζαλιά μου», η οποία παίχτηκε από το Α­ναγνωστήριο στην Αγιάσο, Μυτιλήνη Πλωμάρι, Μόλυβο, Ασώμα­το, Πάρακοιλα, Αθήνα, Sydney. Ύστερα από το Ρούγκο δεν ορφάνεψε η Μπουτζαλιά από κουϊτούκι. Ένα έ­κλεινε, δυο δημιουργήθηκαν. Δυο ζάλα από του Ρούγκου, μέσα σε ένα οικόπεδο και κάτω από μια με­γάλη συκιά, η Μαριάνθη Δημέλη, η γνωστή με το παρατσούκλι Μαρμάρα, δημιούργησε το υπαίθριο της κουϊτούκι. Μεγάλη υπόθεση για τα χρόνια κείνα, 1927. Ήταν η πρώτη γυναίκα επιχειρηματίας και μάλιστα σε κουϊτούκι. Από τη συ­κιά πήρε το όνομά του και το κουϊ­τούκι. Όλοι τραβούσαν για τη συ­κιά της Μαρμάρας.
Λίγο πιο πάνω από τη συκιά της Μαρμάρας ο Ξινόφς Σουσαμλής ή Γλύτσμα δημιούργησε το δεύτερο κουϊτούκι που του έδωσε το όνομα Ναυαρχείο και το εξόπλι­σε και με ένα από τα δυο του όργαλα (λατέρνες). Όταν άρχιζαν οι χοροί, ο Ξινόφς έπαιζε το ντέφι με τον τρόπο που ήξερε, με πάθος, κάνοντας ένα σωρό τσαλίμια και τσακίσματα, που ενθουσίαζε τους πάντες. Στου Πολίτη, του Σπύρου Καλογερά, που του έδωσε το όνο­μα Μονμάρτη, και λίγο μα­κριά, του Βασίλη Σιμέλη ή Σινάνη. Επειδή το μέρος ήταν πολύ επίπε­δο και γίνονταν πολλοί χοροί, το βαφτίσανε Χορεύτιργια, ό­νομα που το διατηρεί και σήμερα. Στην Αγριά, του Στρατή Καρά. Από τον Καρά πήρε και διατηρεί μέχρι και σήμερα το όνομά της όλη η συνοικία. Και εδώ ένα έκλει­σε, δυο δημιουργήθηκαν, του Σπύ­ρου Τινέλη ή Μανιάς και λίγο πιο πέρα, μέσα σε ένα οικόπεδο, του Στρατή Μαϊστρέλη ή Φασίτη. Και στα Σκαλούδια, του Στρατή Κολομόνδου ή Παντελή ή Ροδάνι. Παρ’όλο που το κουϊτούκι του τελευ­ταίου είχε ελάχιστο χώρο απ’ όλα τα άλλα κουϊτούκια, ήκμασε και ά­φησε εποχή, όπως και του Ρούγκου με τα γλέντια, τις διασκεδά­σεις, τα ξενύχτια, επειδή συνό­ρευε με το σπίτι του: Ένας τοίχος στο κουϊτούκι ήταν γεμάτος με φωτογραφίες των στρατευμένων παλικαριών στον Α’ Ευρωπαϊκό πόλεμο και στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας και ύστερα των κλη­ρωτών. Και ένας άλλος με ζωγρα­φιές του γνωστού τσολιά Θεόφι­λου. Από το Ροδάνι πήρε το όνο­μά της όλη η συνοικία, που το δια­τηρεί μέχρι και σήμερα.
Και σε πολύ μικρή, ελάχιστη α­πόσταση, από του Κολομόνδου το κουϊτούκι, ήταν του Φώτη Σαρμουσάκη ή Ψταλούς.
Αυτή ήταν η διαδρομή και τα κουϊτούκια μέσα στους μαχαλάδες που κάναν την πατινάδα τους τα παλικάρια. Κατά διάφορα χρονικά διαστήματα δημιουργήθηκαν στα ενδιάμεσα των κουϊτουκιών που α­ναφέραμε και άλλα κουϊτούκια. Ε­πειδή όμως δε βάσταξαν πολύ και πήγαν από τα σύκα ως τα σταφύ­λια δεν τα αναφέρουμε καθόλου.
Απέναντι από τα κοὑϊτούκια κά­θε Κυριακή απόγευμα κάθο­νταν οι κοπέλες πάνω στα «καριγλιά» τους, στη σειρά, με τα γιορ­τινά τους ρούχα. Και τις πασίμαδες, στολισμένες “κατακλείδ'” – με τα πιο καλά τους ρούχα και κοσμή­ματα – το μαργαριτάρι στο λαιμό, τις αρμαθιές, τα φλουριά κρεμα­σμένα στο στήθος τους, τα χρυσά σκουλαρίκια, βραχιόλια και δαχτυ­λίδια στα χέρια. Ανάλογα βέβαια με την οικονομική κατάσταση της κάθε κοπέλας. Και οι φτωχές δεν υστερούσαν. Κάτι είχαν κι αυτές. Μια δυο τρακοσάρες, μια ή δυο ντούμπιες, ένα βλητό, μια χρυσή καρδιά με την καδένα. Απαραίτη­το ήταν στο στήθος και το λουλού­δι της εποχής, που προοριζόταν για τον αγαπητικό της κάθε κοπέ­λας, όταν θα έφθανε στο κουϊτού­κι με την παρέα του. Αραδιασμέ­νες, όπως ήταν πάνω στα καριγλιά τους, με τις μακριές βρουλίδες (πλεξούδες), που φτάναν και περ­νούσαν τη μέση τους, με τα πολύ­χρωμα ρούσικα (μπλουζάκια) και σαλβάρια (βρακιά), που ήξεραν να φορούν οι Αγιασώτισσες και που ξεχώριζαν από τα βρακιά που φο­ρούσαν οι κοπέλες των άλλων χω­ριών του νησιού, εύκολα μπορού­σε κανείς να ξεχωρίσει την πιο ό­μορφη κοπέλα της γειτονιάς, τη μις να πούμε. Και αυτό γινόταν από τις παρέες των παλικαριών. Η σοβαρότητά των με το ακριβό χα­μόγελο τις έκανε να μαγνητίζουν και να τραβούν πιο πολύ την προ­σοχή και το ενδιαφέρον των παλικαριών.
Μακριά και απέναντι απ’ τις κο­πέλες, σε χωριστές παρέες, κάθονταν πάνω στα σκαμνιά τους οι μητέρες των κοριτσιών, καμάρω­ναν και παρακολουθούσαν με ά­γρυπνο μάτι να δουν ποιοι φλερ­τάρουν και γνέφουν στις κόρες των. Ήθελαν να ξέρουν. Όταν τύ­χαινε το παλικάρι, για το οποίο πο­νούσε το δόντι της μητέρας (που ήθελε γαμπρό), να ρίξει καμιά χαμογελαστή γλυκιά ματιά, να φλερ­τάρει ή να τσατίσει την κόρη της, η μάνα αυτή κορδιζόταν και καμα­ρωνόταν σα γύφτικο σκεπάρνι.
Πριν από την απελευθέρωση του νησιού μας το 1912, τις μικρές τις ντύνανε με φουστανάκια. Γι’ αυτό σήμερα δε βρίσκεις βρακού κάτω από τα 75 χρόνια.
Και πολλά από τα παλικάρια, όπως και τα κορίτσια ως το 1923, φορούσαν σαλβάρια (βρα­κιά) με σέλα. Κάλτσες ως το γόνατο, που τις κρατούσαν μεταξωτές καλτσοδέτες με φούντες. Ζωνάρι τυλιγμένο μερακλίδικα, που μέσα του ήταν απαραίτητα το μαυρομάνικο μαχαίρι με τα πολύχρωμα στολίδια, που ως το 1930 δεν έλει­πε από τη μέση του κάθε παλικαριού. Γι’ αυτό η αστυνομία έκανε συχνά σημαντικές έρευνες. Την ταμπακέρα με τον καπνό και το τσιγαρόχαρτο για το στρίψιμο του τσιγάρου.Έτοιμα τσιγάρα υπήρ­χαν ελάχιστα και τα κάπνιζαν για­τροί και ξενιτεμένοι. Το κιζντάνι (πέτσινη θήκη) με τα σύνεργα για το άναμμα του τσιγάρου, που ήταν η ίσκα, ή τσακμακόπετρα, ο περτζόβολος, και την κεσέ (παραδοσακούλα). Άσπρο πουκάμισο, σταυρωτή (γελέκο) με ψιλοραμμένο μεταξωτό γαϊτανάκι, πατατού­κα (σακάκι) και βελούδινο κασκέτο στο κεφάλι στραβά πάνω στο φρύδι, βλάμικα.
Τα ρούχα των βρακάδων τα ράβανε οι αμπατζήδες και γίνουνταν τα σκολιάτικα από τσόχα ή φασονέ. Τα μαλλοβράτσια τα φαίνανε οι γυναίκες στις κρεβατές. Και τα ζουμπουλιά, καθημερινά και της δουλειάς, αφού βάφανε οι μπο­γιατζήδες το δίμιτο, τα ράβανε οι γυναίκες τους. Φράγκοι – έτσι λέ­γανε αυτούς που φορούσαν παντελόνια – ήταν πολύ λίγοι, για­τροί, δάσκαλοι και ξενιτεμένοι. Τα μικρά παιδιά, πολύ πριν από την α­πελευθέρωση του νησιού μας το 1912, τα ντύνανε φράγκικα. Ύστε­ρα από τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο και την εκστρατεία της Μικράς Α­σίας οι βρακάδες κάθε μήνα, κάθε χρόνο όλο και λιγόστευαν. Οι φραγκοραφτάδες τις βράκες τις κάνανε φράγκικα κουστούμια.
Μιλτιάδης Σκλεπάρης
περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, τ.30

Περιμένουμε τα σχόλιά σας!