ΦΑΙΝΙΣΙ, ΓΙΕΜ’, ΦΑΙΝΙΣΙ!

Έπισι κάτου γη γριγιά στου κατήφουρου τ’ Γαλιτσέλ’. Πέρασι πα στν ώρα ένας ξένους (καθηγητής στου γυμνάσιου, αλλά ήνταν πάρα πουλύ αδύνατους). Σήκουσι απάνου τ’ γριγιά, τίναξί τνα, τσι θέτσι τνα πά στου πιζούλ’. Γη γριγιά αφού τουν καταϊφτσήστσι, ρώτσι απί πιριέργεια:

Ξένους είσι, γιεμ’;

Ναι, γιαγιά, λέγ’ γιου καθηγητής.

Τι δλειά κάν’ς μαθέ έδγιου.

Φυσικός είμι, γιαγιά.

Γη γριγιά στουχάστσι ντουν τσι λέγ’:

Φαίνισι, γιεμ’, φαίνισι.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΗΝΑΣ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 05/1981

ΠΟΥ ΤΟΥ ΚΑΤΑΛΑΒΙΣ;

Κάντ’ντου Πρίνους ουδουντίατρους μες στ’ Μηνά του φραγκουραφτάδ’κου. Να τσι φάν’τσι σ’ πόρτα Τίν’ς γη Φασούλα, μι τη γ(ι)ναίκαντ, τν Αμαλία. Χιριτίσαν τσι κάτσαν.

Πού ίβγιτι έγιτια ώρα;

Ήρταμι, λέγ(ι) γη Αμαλία, δίπλα στου γιατρό που ‘νι για τα μάτια.

Τίντα ‘παθις μαθέ;

Στραβουμάρα έχου.

Σ’κώσ’τσι Πρίνους απ’ τ’ καρέγλα, πήγι κουντά τς, λουγιάζ’ τνα μες στα μάτια καλά καλά τσι λέγ(ι):

Πράγματι, στραβουμάρα έχ’ς.

Γη Αμαλία απόρ’σι.

Πού του κατάλαβις;

Εμ, για να πάρ’ς τ’ Φασούλα!

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΗΝΑΣ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 06/1981

ΟΞΑΠΙΔΩ!

Παγαίν(ι) ένας ζαβαλής Αγιασώτ’ς στα ψαράδ’κα να πάρ’ σμαρίδις. Τ’ λέγ(ι) ένας για να τουν πειράξ(ι).

Να, ρε, πάρι να φάν τα μουρά, τσι έδ’ξι δυο μιγάλις συναγρίδις ακριβές που είχι πα στου μπάγκου.

Τι λέγ(ι)ς, όξαπιδω, μπάτσι θέλ(ι)ς, άμα τα πάγου σπίτ’, να γραντίσιν τα μουρά τσι να π’δήξιν απ’ του παναθύρ’…

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΗΝΑΣ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 06/1981

ΠΑ ΣΤΟΥ ΣΤΑΥΡΙ

Τσ’μούντουν πα σι μια καρέγλα Πιτσ’λιάρ’ς. Ανιβαίναν δυο τουρίστιργις μι καυτά σόρτς. Γκούντ’σιντουν ένας που κάντ’ ντουν απί τ’ μπάνταντ τσι νιώσιντουν.

Μη τσ’μάσι, ρε, έ βλέπ’ς τι γίνιτι.

Λέγ(ι) Πιτσ’λιάρ’ς μι παράπουνου:

Μένα θα μι νιών’ς πλια, μο άμα μοιράζιν πίτα.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΗΝΑΣ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 06/1981