15-Ημερολόγιο του δεκανέα αυτοκινήτων Αναστασέλλη Ευστρ.

Νιόσκαφτο χώμα, τάφοι γεμάτος ο τόπος, ξύλινοι ομοιόμορφοι σταυροί με τα ονόματα σκοτωμένων. Διαβάζουμε Γ. Βερνάρδος απ’ την Αγιάσο

15/2/1941

Πήρα γράμματα το πρωί. Είμαι χαρούμενος. Το φαΐ ρύζι. Μη ξεχνάμε την τέχνη.

Όλη η χαρά έσβησε και πέτρωσαν τα στήθη μου απ’ τον πόνο. Το βράδυ κάνω έναν περίπατο με τον Πρ. Κούκο. Πάμε στο Στρ. Νεκροταφείο. Νιόσκαφτο χώμα, τάφοι γεμάτος ο τόπος, ξύλινοι ομοιόμορφοι σταυροί με τα ονόματα σκοτωμένων. Διαβάζουμε Γ. Βερνάρδος απ’ την Αγιάσο. Δακρύζουμε και φιλούμε για το μακαρίτη. Πιο πέρα άλλος σταυρός με τ’ όνομα Τζιοβάνι Λιτρόνι. Ιταλός. Δίπλα στους δικούς μας, ενωμένοι στη μάνα γη κείνοι που αλληλοσκοτώθηκαν. Όλους εχθρούς και φίλους τους αγκαλιάζει το μαύρο χώμα. Φρίκη.

Πονάει απόψε το κεφάλι μου, έχω πυρετό.

Άλλαξα δουλειά. Είμαι στο γραφείο κινήσεως πάλι.

Ίδιος Ναζωραίος 
με γυρτό κεφάλι.
Μα θαρείς ωραίος
δεν είμαι και πάλι;
Κάνω ένα γιουρούσι
επ'... Ιταλοφάγος
όμως με το μούσι
δεν είμ' ίδιος τράγος;

16/2/1941

Σπίτι που μένω είναι Αρβανίτες. Μιλώ λίγο με το Γιάννη το σπιτονοικοκύρη μου. Όλοι δε ξέρουν Ελληνικά. Μονόχνοτοι.


27/2/1941

Δεν μπόρεσα τόσες μέρες να γράψω. Έγινα λοχίας της κινήσεως. Δουλειά πολύ απ’ τις 5 το πρωί ως τις 11 το βράδυ. Οι αξιωματικοί στο απέναντι μέγαρο ανοίγουν σαμπάνιες, τρώνε κοτόπουλα κι εμείς τουρτουρίζουμε στο κρύο. Τρώμε καθ’ εκάστην ρύζι και κριθαράκι και όλοι κοιμούνται στα υπόγεια του μισοτελειωμένου κτιρίου που τα έχουν για στρατώνες. Όλοι αρρωσταίνουν. Μονάχος τόσες μέρες αγωνίζομαι για την κίνηση. Στέλνουμε 39-40 αυτοκίνητα τη μέρα για δυο δρομολόγια.

Χθες ήρθε ο Αντώνης στο δωμάτιό μου. Τι χαρά!

Είναι 11 βράδυ, κάθομαι στο γραφείο και περιμένω τη διατακτική. Πρέπει να τελειώσουν το γλέντι οι μεγάλοι για να δουν την υπηρεσία. Τα πόδια μου είναι παγωμένα. Κρύο φοβερό.


28/2/1941

Οι Αρβανίτες με περιποιούνται σαν παιδί τους. Τους πήρα τη συμπάθεια, λίγη κουραμάνα, κι εξαγοράζεις τη συνείδηση. Ο μικρός Τεοντοράκης τρώει μαζί μου σα λυσσασμένος. Είναι 4 χρονώ το κακόμοιρο. Έμαθε λίγα Ελληνικά, φαΐ, κουραμάνα, απλό, Στρατή κ.τ.λ. Μου δίνουν αυγά και μου σφάζουν κοτόπουλα 20 λέκι το ένα.

14-Ημερολόγιο του δεκανέα αυτοκινήτων Αναστασέλλη Ευστρ.

Συναγερμός 14 αεροπλάνα. Τ’ αντιαεροπορικό βάλει δίπλα μας. Ένα ιταλικό πέφτει στα βουνά

1/2/1941

Ένα ταξίδι στην Κορυτσά, βάσανο το Πισοδέρι. Η ζωή κυλάει με τη ρουτίνα του στρατού. Οι μέρες αρχίζουν να ζεσταίνουν.


3-9/2/1941

Γενικό ξεσήκωμα. Φεύγουμε για το Αμύνταιο. Το βράδυ πλαγιάζουμε στο τσιμέντο. Δεν κλείνω μάτι απ’ το κρύο. Στις 02:30 το πρωί επικεφαλής πέντε αυτοκινήτων φεύγω στην Κορυτσά. Βρέχει. Στο Πισοδέρι χιόνι. Ξεμπλέκουμε και φτάνουμε στην Κορυτσά στις 02:00 μ.μ. Βρίσκω τον Αντώνη. Μεγάλη χαρά. Φεύγω στις 5 τ’ απόγευμα και φτάνω στις 4 το πρωί.

Αντώνης και Στρατής Αναστασέλλης

10/2/1941

Αύριο φεύγουμε πάλι όλη η Μοίρα για την Κορυτσά.


11/2/1941

Σηκωθήκαμε στις 12 μεσάνυχτα. Η φάλαγγα 120 αυτοκινήτων αργοδιαβαίνει. Το πρωί είμαστε στην Κορυτσά.


12/2/1941

Συναγερμοί τρεις σήμερα. Κρύο, ξενύχτι, φαΐ ρύζι μεσημέρι βράδυ.


13/2/1941

Συναγερμός 14 αεροπλάνα. Τ’ αντιαεροπορικό βάλει δίπλα μας. Ένα ιταλικό πέφτει στα βουνά.

Βρήκα δωμάτιο για ύπνο. Τι καλά. Και ρύζι μεσημέρι βράδυ. Δεν έχει τίποτα στην αγορά, ξεπεράσαμε τους Κινέζους.


14/2/1941

Σήμερα έχασα το σύντροφό μου το Δουκάκη. Μετετέθη στη Σ.3 ελαφρών. Μονάχος τρώγω το ρύζι μου το μεσημέρι. Αηδία να τρως ένα φαΐ που μόνο για λαπάς μπορεί να είναι καλό. Το βράδυ πάλι ρύζι. Ξεπεράσαμε τους Κινέζους.

13-Ημερολόγιο του δεκανέα αυτοκινήτων Αναστασέλλη Ευστρ.

Έχω 23 γράμματα σήμερα, 23 χαρές. Το βράδυ είμαστε όλο κέφια. Παίζω μια φάρσα σ’ ένα Σαμιώτη στρατιώτη. Κάνω τον τρελό

27/1/1941

Σήμερα σηκώθηκα στις 03:30 το πρωί. Είμαι επικεφαλής 5 αυτοκινήτων για την Κορυτσά. Βρέχει. Μούσκεμα γινόμαστε ως που να ξεκινήσουμε. Στο δρόμο κρυώνουμε. Στο Πισοδέρι 1800 μέτρα ύψος το βουνό αυτό με τα 19 χιλιόμετρα συνεχή ανηφοριάς είναι χιονισμένο. Με κόπο περνάμε. Μας ρυμουλκούν τα τρακτέρ.

Κοντά στην Κορυτσά ο κάμπος είναι πλημμυρισμένος. 1 μέτρο το νερό. Κολυμπάνε τ’ αυτοκίνητα. Δυο συναγερμούς στην Κορυτσά είχαμε. Ο Αντώνης  μου παράγγειλε με σοφέρ και πάω να τον βρω στο χωριό που μένει μα δεν μπορώ. Γυρνάμε στις 9 το βράδυ. Έχω δυο δέματα. Τσιγάρα, μάλλινα και φαγώσιμα.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΟΛ. ΑΝΑΣΤΑΣΕΛΛΗΣ

28/1/1941

Έχω 23 γράμματα σήμερα, 23 χαρές. Το βράδυ είμαστε όλο κέφια. Παίζω μια φάρσα σ’ ένα Σαμιώτη στρατιώτη. Κάνω τον τρελό και τον αναγκάζω να μου βγάλει τις αρβύλες και τις γκέτες. Σπάμε στα γέλια, κι ο Δημητσανίτης συγκάτοικός μου συνάδελφος Καρδάσης Σωτήρης ο βαρύς μάγκας της παρέας λέγει για τον Κολοτούρο που τον χαρακτηρίζει για βλάχο τούτο το αμίμητο: «Εσύ ρε βλάχο ήρθες κι ανθρώπευσες στο στρατό. Στο σύνταγμα σα φόρεσες σου βγάλανε τα τσαρούχια σου με τον εξωλκέα».

ΚΟΡΥΤΣΑ 1941
2ος κάτω: ΑΝΑΣΤΑΣΕΛΗΣ ΣΤΡΑΤΗΣ

12-Ημερολόγιο του δεκανέα αυτοκινήτων Αναστασέλλη Ευστρ.

Ο πόλεμος, ο πολιτισμός του αιώνα μας. Φτου σου άνθρωπε που ρεζιλεύεις και μολύνεις τη γη!

16/01/1941

Το χιόνι λαμποκοπά στου ήλιου τις αχτίδες που σήμερα λούζουν τα χιονισμένα βουνά. Μεγάλη κίνηση έχουμε, διορθώνουμε τ’ αυτοκίνητα, ταχτοποιούμε καθετί. Το πρωί ο Λάζαρος, ο εγγονός της καλομάνας του σπιτιού μας ήρθε λυπημένος. Του ψόφησε ένα μοσχάρι, ήταν αδύνατο και το κρύο το τσάκισε. Το τράβηξαν έξω από το στάβλο οι φαντάροι και το ‘γδαραν. Το μεσημέρι βγάζουν τα βόδια απ’ όλους τους στάβλους οι χωριάτες για πότισμα. Περνούν απ’ το ψοφίμι, μυρίζουν το ψόφιο ζο το γδαρμένο κι αρχίζουν να φωνάζουν, να κλαίνε. Όλα τους αγριεύουν, δε γίνονται ζάπι κι οι φωνές τους μοιάζουν θρήνος. Τα βόδια που κλαίνε ένα μοσχάρι, σηκώνονται πάνω στα πισινά τους, ορμούν πάνω στους σωρούς, στο χωριό γκρεμίζουν καλύβες. Τα βόδια που έδειξαν τον πολιτισμό τους σε μας που γελούμε κι ευφραινόμαστε σα δούμε πτώματα.


17/1/1941

Παγωνιά. Ο παγωμένος αέρας μας τσακίζει.


18/1/1941

Όλο τα ίδια. Ως το Αμύνταιο πήγα κι ο αέρας μου έφερε πονόδοντο. Τα χέρια και πόδια είν’ αναίσθητα.


19/1/1941

Κυριακή σήμερα. Ο καιρός μαλάκωσε λίγο. Τ’ απόγευμα πήγα στο νοσοκομείο τ’ Αμυνταίου. Είναι πολλοί Μυτιληνιοί τραυματίες. Οι περισσότεροι από κρυοπαγήματα. Ένας θάλαμος από βαριά κρυοπαγήματα, κομμένα πόδια. Ένας γέρος φαντάρος έχει τα δυο του πόδια χαμένα. Ο διάδρομος γεμάτος. Ανεβαίνω στον απάνω όροφο. Κι εκεί η φρίκη των σακάτηδων σου ματώνει την καρδιά. Ο θάλαμος βρομολογά από τα σάπια κρέατα.

Ένας Ερεσώτης μου μιλάει για τις μάχες για τους χωριανούς μου κι ακούω απ’ το στόμα του το σκοτωμό του Στέλιου Σκανέλη. Ήτανε πέντε στ’ αμπρί. Ένας όλμος τους έκανε άνω κάτω. Ο Στέλιος βρέθηκε χωρίς τραύμα. Ίσως ο αέρας της οβίδας να του έφερε το θάνατο. Καημένο παιδί. Φεύγω ζώντας τη φρίκη τούτη και τον καημό του πατέρα του. Πόσοι να χάθηκαν. Ο πόλεμος, ο πολιτισμός του αιώνα μας. Φτου σου άνθρωπε που ρεζιλεύεις και μολύνεις τη γη!


20/1/1941

Σήμερα το πρωί η καλομάνα κλαίει απαρηγόρητα. Είδε άσχημο όνειρο και φοβάται για το παιδί της στο μέτωπο. Ξεφωνίζει μέσα σ’ αναρουφητά. Νίκο μου, Νίκο! Την παρηγορούμε μα δε θέλει ν’ ακούσει τις παρηγοριές μας. Η μάνα, η μάνα που τον πόνο της δεν μπορεί να τον φτάσει κανείς ανθρώπινος πόνος.


21-26/1/1941

Τίποτα ξεχωριστό. Λάσπη, βροχή.

Ποίημα στο Ημερολόγιο του Στρατή Αναστασέλη