14-Ημερολόγιο του δεκανέα αυτοκινήτων Αναστασέλλη Ευστρ.

Συναγερμός 14 αεροπλάνα. Τ’ αντιαεροπορικό βάλει δίπλα μας. Ένα ιταλικό πέφτει στα βουνά

1/2/1941

Ένα ταξίδι στην Κορυτσά, βάσανο το Πισοδέρι. Η ζωή κυλάει με τη ρουτίνα του στρατού. Οι μέρες αρχίζουν να ζεσταίνουν.


3-9/2/1941

Γενικό ξεσήκωμα. Φεύγουμε για το Αμύνταιο. Το βράδυ πλαγιάζουμε στο τσιμέντο. Δεν κλείνω μάτι απ’ το κρύο. Στις 02:30 το πρωί επικεφαλής πέντε αυτοκινήτων φεύγω στην Κορυτσά. Βρέχει. Στο Πισοδέρι χιόνι. Ξεμπλέκουμε και φτάνουμε στην Κορυτσά στις 02:00 μ.μ. Βρίσκω τον Αντώνη. Μεγάλη χαρά. Φεύγω στις 5 τ’ απόγευμα και φτάνω στις 4 το πρωί.

Αντώνης και Στρατής Αναστασέλλης

10/2/1941

Αύριο φεύγουμε πάλι όλη η Μοίρα για την Κορυτσά.


11/2/1941

Σηκωθήκαμε στις 12 μεσάνυχτα. Η φάλαγγα 120 αυτοκινήτων αργοδιαβαίνει. Το πρωί είμαστε στην Κορυτσά.


12/2/1941

Συναγερμοί τρεις σήμερα. Κρύο, ξενύχτι, φαΐ ρύζι μεσημέρι βράδυ.


13/2/1941

Συναγερμός 14 αεροπλάνα. Τ’ αντιαεροπορικό βάλει δίπλα μας. Ένα ιταλικό πέφτει στα βουνά.

Βρήκα δωμάτιο για ύπνο. Τι καλά. Και ρύζι μεσημέρι βράδυ. Δεν έχει τίποτα στην αγορά, ξεπεράσαμε τους Κινέζους.


14/2/1941

Σήμερα έχασα το σύντροφό μου το Δουκάκη. Μετετέθη στη Σ.3 ελαφρών. Μονάχος τρώγω το ρύζι μου το μεσημέρι. Αηδία να τρως ένα φαΐ που μόνο για λαπάς μπορεί να είναι καλό. Το βράδυ πάλι ρύζι. Ξεπεράσαμε τους Κινέζους.

13-Ημερολόγιο του δεκανέα αυτοκινήτων Αναστασέλλη Ευστρ.

Έχω 23 γράμματα σήμερα, 23 χαρές. Το βράδυ είμαστε όλο κέφια. Παίζω μια φάρσα σ’ ένα Σαμιώτη στρατιώτη. Κάνω τον τρελό

27/1/1941

Σήμερα σηκώθηκα στις 03:30 το πρωί. Είμαι επικεφαλής 5 αυτοκινήτων για την Κορυτσά. Βρέχει. Μούσκεμα γινόμαστε ως που να ξεκινήσουμε. Στο δρόμο κρυώνουμε. Στο Πισοδέρι 1800 μέτρα ύψος το βουνό αυτό με τα 19 χιλιόμετρα συνεχή ανηφοριάς είναι χιονισμένο. Με κόπο περνάμε. Μας ρυμουλκούν τα τρακτέρ.

Κοντά στην Κορυτσά ο κάμπος είναι πλημμυρισμένος. 1 μέτρο το νερό. Κολυμπάνε τ’ αυτοκίνητα. Δυο συναγερμούς στην Κορυτσά είχαμε. Ο Αντώνης  μου παράγγειλε με σοφέρ και πάω να τον βρω στο χωριό που μένει μα δεν μπορώ. Γυρνάμε στις 9 το βράδυ. Έχω δυο δέματα. Τσιγάρα, μάλλινα και φαγώσιμα.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΟΛ. ΑΝΑΣΤΑΣΕΛΛΗΣ

28/1/1941

Έχω 23 γράμματα σήμερα, 23 χαρές. Το βράδυ είμαστε όλο κέφια. Παίζω μια φάρσα σ’ ένα Σαμιώτη στρατιώτη. Κάνω τον τρελό και τον αναγκάζω να μου βγάλει τις αρβύλες και τις γκέτες. Σπάμε στα γέλια, κι ο Δημητσανίτης συγκάτοικός μου συνάδελφος Καρδάσης Σωτήρης ο βαρύς μάγκας της παρέας λέγει για τον Κολοτούρο που τον χαρακτηρίζει για βλάχο τούτο το αμίμητο: «Εσύ ρε βλάχο ήρθες κι ανθρώπευσες στο στρατό. Στο σύνταγμα σα φόρεσες σου βγάλανε τα τσαρούχια σου με τον εξωλκέα».

ΚΟΡΥΤΣΑ 1941
2ος κάτω: ΑΝΑΣΤΑΣΕΛΗΣ ΣΤΡΑΤΗΣ

7-Ημερολόγιο του δεκανέα αυτοκινήτων Αναστασέλλη Ευστρ.

15/12/1940

Ο ύπνος μου ήταν βαθύς μα λίγος. Ξυπνάνε οι άλλοι κι αναγκάζουμαι να σηκωθώ. Νιώθω κουρασμένος πολύ. Είναι Κυριακή σήμερα. Ταχτοποιώ τα ρούχα μου, συγυρίζω. Νοικοκυριό σήμερα. Έξω χιονίζει. Τα βουνά χάνουνται μες την ομίχλη. Κι όμως τ’ αυτοκίνητα φεύγουν για την Κορυτσά. Φορτώνω τ’ απόγευμα άλευρα. Ο λοχαγός με διατάζει να παραδώσω τ’ αμάξι. Από τώρα θα’ μια στο γραφείο του λοχαγού. Ο Δουκάκης φεύγει στην Κορυτσά το μεσημέρι.


16/12/1940

Όλη νύχτα κρύωνα. Ο ύπνος είναι μαρτυρικός. Τα πόδια μου είναι σίδερο. Κι όμως είμαστε σε σπίτι. Κανένας δεν τολμά να παραπονεθεί. Σκέφτονται όλοι τ’ άλλα παιδιά που πολεμάνε στην πρώτη γραμμή με τούτο το κρύο. Πρέπει να’ ναι 12 κάτω απ’ το μηδέν. Ο αέρας φέρνει το χιόνι, το στροβιλίζει και το στοιβάζει στις λακκούβες. Χώνεται κανείς ως το γόνατο καθώς περπατάει.

Τ’ αυτοκίνητα πρέπει να φύγουν. Δουλεύω πάνω στ’ αμάξι δυο ώρες να το βάλω μπρος για να φύγει με το νέο οδηγό μα τίποτα. Είναι παγωμένο. Παγώνω. Δεν βαστώ πια. Τα χέρια μου είναι σαν ξένα κι όμως κάνω την τελευταία προσπάθεια. Το βάζω μπρος. Φεύγει. Σε λίγο φτάνει μια είδηση. Τ’ αμάξι πάγωσε, τα νερά πετάνε απ’ το ψυγείο που έσπασε. Όλα μένουν στο δρόμο. Ούτ’ ένα δεν προχωρεί. Έχουν σπάσει οι μηχανές απ’ τον πάγο. Δεν μπορεί κανείς να τα βάλει με τα στοιχειά της φύσης. Είμαι άρρωστος. Τ’ απόγευμα λυγίζω. Η γριά, η «γιαγιά» με νοιάζεται σαν μάνα. Πόσο καλόκαρδη είναι! Αχ η γυναίκα, νιώθεις πως σε φυλάγει κάτω απ’ τις φτερούγες της. Κρύο φοβερό. Ως πότε θα κρατήσει τούτο το μαρτύριο θεέ μου. Είναι βράδυ πια. Ο Δουκάκης δε γύρισε. Τι να ‘γινε με τα χιόνια; Θε μου, φύλαγε τ’ αδέρφια μας. Οι τρεις παλιολαδίτες  γελάνε με το Γιάννη το συνοδηγό μου. Είναι απλό παιδί, λένε παραμύθια κι αστειεύονται. Ο ένας ρίχνει στον άλλο (βιτζες) .


17/12/1940

Είμαστε αποκλεισμένοι απ’ τα χιόνια. Ο αέρας μανιασμένος σφυρίζει και στοιβάζει το χιόνι μπρος στις πόρτες. Χάθηκαν τ’ αυτοκίνητα. Σπάσανε οι μηχανές, όλα σταμάτησαν. Δεν έχουμε τρόφιμα. Το μεσημέρι βρίσκουν το συνάδελφο Καλατζή απ’ την Αθήνα παγωμένο μες τ’ αυτοκίνητο. Με κόπο τον πάνε στο νοσοκομείο τ’ Αμυνταίου. Όλη μέρα κλεισμένοι μες το σπίτι. Δεν έχουμε ειδήσεις για τα παιδιά που λείπουν τόσες μέρες. Τι να ‘γιναν;

18/12/1940


Η νύχτα ήτανε μαρτυρική. Τα πόδια σίδερο. Από μι’ αραμάδα του παραθυριού μπουκάρει το χιόνι κι ασπρίζει την κουβέρτα μου. Ένα ψιλό χιόνι σαν σκόνη παγωμένη. Δε ζεσταινόμαστε. Όλοι παραπονιούνται. Τι κακό είναι τούτο. Πότε θα ξημερώσει!

Δεν μπορούμε να βγούμε έξω. Προσπαθώ να πάρω φαΐ δικό μου και του συντρόφου μου το μεσημέρι. Είμ’ αξούριστος 10 μέρες-στα γένια και τα μουστάκια μου κολλάει το ψιλό χιόνι. Στο φύσημα παγώνει στο πρόσωπό μου. Ο αέρας με τυφλώνει. Κρατώ τις καραβάνες και τα χέρια μου μουδιάζουν. Τ’ αυτιά μου πονάνε. Παρατώ το φαΐ και γυρίζω. Χώνουμε στο χιόνι. Κανένας δεν μπορεί να ξεμυτίσει. Έχουμε αυτοκίνητα που κατάντησαν ακίνητα. Χαθήκαμε απ’ τον άλλο κόσμο. Δεν έχουμε κουραμάνα. Τα κλαδιά σπάζουν παγωμένα τρίζοντας απ’ τ’ αγριόδεντρα. Στη Ροδώνα πάντα γίνεται τούτο το κακό. Αέρας και χιόνι που κρατάει βδομάδες. Γι’ αυτό δα και δε γίνονται τα γεννήματα. Καταραμένος τόπος. Αγοράζουμε απ’ τη σπιτονοικοκυρά ψωμί και φαΐ. Τι να ‘γιναν οι σύντροφοί μας! Τρεις παγωμένους βρήκανε σήμερα. Τόσος κόσμος χάνεται θεέ μου!

6-Ημερολόγιο του δεκανέα αυτοκινήτων Αναστασέλλη Ευστρ.

Η μέρα τούτη στάθηκε μια απ’ τις πιο δύσκολες κι ανάποδες της ζωής μου. Γράφω τούτες τις γραμμές στις 12-12-40 γιατί χτες δεν βρήκα καιρό

11/12/1940

Η μέρα τούτη στάθηκε μια απ’ τις πιο δύσκολες κι ανάποδες της ζωής μου. Γράφω τούτες τις γραμμές στις 12-12-40 γιατί χτες δεν βρήκα καιρό. Ήταν η μέρα για ξεκούραση μα στις 11 το πρωί έρχεται μια διαταγή και ο λαχνός πέφτει σε μένα και σ’ άλλους 7. Επικεφαλής είναι ένας νεαρός δόκιμος. Φορτώνουμε πυρομαχικά απ’ τη Φλώρινα. Εγώ παίρνω 22 κάσες οβίδες εκρηκτικές απ’ τ’ αεροδρόμιο. Επικίνδυνο φορτίο, με μια προστριβή γινόμαστε στάχτη, μα αυτό είναι τυχερό. Ξεκινάμε στις 5 τ’ απόγευμα. Ανεβαίνουμε το βουνό, ανηφοριά 19 χιλιόμετρα. Στο 15ο χιλιόμετρο χιονίζει. Ομίχλη και το χιόνι παγωμένο. Τ’ αμάξια ντελαπάρουν. Σταματάμε και πάλι ξεκινάμε. Βάζω τις αλυσίδες και σε λίγο μένω μόνος. Τίποτα δε βλέπω, ο δρόμος δε φαίνεται και ο αέρας φέρνει το χιόνι και το στοιβάζει στα τζάμια. Είμαι βρεμένος απ’ το πέρασμα των αλυσίδων. Προχωρώ με κόπο. Ένα αμάξι γκρεμισμένο. Κατεβαίνουμε απ’ την άλλη μεριά το βουνό. Το χιόνι με ζαλίζει. Δε βλέπω. Τουλίπες σαν πλατανόφυλλα ……….   Ως την Κορυτσά το ίδιο μαρτύριο. Φτάνουμε στις 10½. Εδώ βρέχει. Κρυώνω. Δε βρίσκουμε άσυλο. Πού να κοιμηθούμε; Γυρνώ βρεμένος με την ελπίδα να βρω τον αδερφό μου. Τίποτα. Ας είχα έναν δικό μου! Μπαίνω μέσα σ’ ένα κτίριο. Ένας λόχος ειν’ εδώ. Ρωτώ το σκοπό αν μπορώ να μείνω. Πάω στο μαγειρείο. Ανάβει φωτιά. Ο μάγερας είναι χωριανός μου. Ω, τι τύχη! Ο Κ. Μπρουσκέλης. Μου κάνουν φασκόμηλο. Το ρουφώ και συνέρχουμαι στη φωτιά. Κοιμάμαι μες το μαγειρείο μαζί τους. Τα ξημερώματα ξυπνώ. Κρυώνουν τα πόδια μου τρομερά. Βλέπω τον Κώστα κι απ’ τον ύπνο, καθώς είμαι ζαλισμένος δεν τον γνωρίζω. Πού βρίσκουμαι; Τώρα σκέφτουμαι πόσο δυστυχισμένος ειν’ ο άνθρωπος. Είμαι σκεπασμένος με μια Ιταλική κουβέρτα, λάφυρο του πολέμου. Ποιος να την σκεπάζονταν πριν; Τι φοβερό. Ίσως νά ‘ναι ο ιδιοχτήτης της κουβέρτας σκοτωμένος. Ίσως. Πονάνε τα νεφρά μου.


12/12/1940

Ο Μιχάλης Πασχαλιάς (Φωτογραφία Αντώνη Πρωτοπάτση. 1942)

Όλη μέρα περιμένω να ξεφορτώσουμε. Γυρνώ στην πόλη. Μπαίνω σ’ ένα ζαχαροπλαστείο και χαζεύω τις σοκολάτες. Ένας φαντάρος ψωνίζει. Ακούω τη φωνή του και στέκομαι απομωραμένος. Είναι ο Μιχάλης Πασχαλιάς. Φιλιόμαστε. Πόσο έχουμε αλλάξει κι οι δυο! Στο καφενείο τα λέμε κάμποση ώρα και σε λίγο χωρίζουμε.

Γυρνάμε στη Ροδώνα στις 9 το βράδυ. Ο επιλοχίας ο Μαγκάς στο δωμάτιό μας είναι άρρωστος. Έρχεται ο γιατρός. Του δίνει συμβουλές, φάρμακα όμως δεν υπάρχουν. Τώρα πρέπει να κοιμηθώ, είμαι άγρυπνος και τα μάτια μου κλείνουν.


13/12/1940

Ξεκούραση σήμερα. Ξεκούραση του αυτοκινήτου. Δουλεύουμε όλη μέρα, καθαρίζουμε. Τίποτα ξεχωριστό. Τη νύχτα στο δωμάτιο δεν κλείνουμε μάτι. Ο επιλοχίας Μαγκάς ξεφωνίζει απ’ τους πόνους. Μες τον ύπνο μου ακούω φωνές. Κάνει εμετό και φωνάζει. – Στρατή αδερφέ μου, σώσε με! Τον κρατώ στην αγκαλιά μου τρομαγμένος. Τίποτα δεν μπορεί να του σταματήσει τους πόνους. Το πρωί τον πάνε στο νοσοκομείο.


14/12/1940

Στις 8 φεύγουμε για την Κορυτσά. Το ταξίδι σχετικά καλό. Ο δρόμος απ’ τη Φλώρινα γεμάτος χιόνια. Συνεργεία και τρακτέρ ανοίγουν το δρόμο.

Στην κορυφή του βουνού βρίσκουμε ένα συνεργείο από κοπέλες του Αντάρτικου που σκάβουν τους πάγους. Σταματώ και τους δίνω το παγούρι με το κονιάκ. Ντρέπουνται

– Σας το κερνάει το κορίτσι μου. – Να ζήσετε, μου εύχονται και πίνουν γελαστές.

Φτάνουμε στην Κορυτσά. Βρίσκω τον Πάνο Τζανή. Ψωνίζω μεταξωτά.

Φεύγουμε στις 5 μμ.

Ο δρόμος απ’ την Καστοριά έχει παγώσει. Ατέλειωτη φάλαγγα από 120 αυτοκίνητα πάει μπροστά και στην ανηφοριά μουγκρίζουν και σκαρφαλώνουν με κόπο. Σταματούν και πάλι ξεκινούν. Γλίστρα. Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε και μ’ αλυσίδες. Γκρεμίζονται 4. Το πρωί στις 4½ φτάνουμε στη βάση μας. 13½ ώρες ταξίδι. Τι μαρτύριο είναι τούτο! Όλο και χειρότερα πάνε τα ταξίδια μου κι είμαστε ακόμα στο Δεκέμβριο. Θεέ μου τι χειμώνας είναι στη Μακεδονία!