1/1/1941
Σήμερα Πρωτοχρονιά στη Ροδώνα. Τίποτα δε μας θυμίζει απ’ την πατρίδα. Πάντα ίδια. Η καλομάνα μας δίνει βασιλόπιτα, στα παιδιά μοιράζουμε λεφτά και γλυκά που αγοράσαμε. Όλη μέρα καθένας χώρια σκέφτεται το σπίτι του. Ένας γιος της καλομάνας ήρθε απ’ το μέτωπο. Μας διηγείται τη ζωή του μετώπου, τη φριχτή ζωή των πολεμιστών. Στα νοσοκομεία κόβαν γραμμή πόδια απ’ τα κρυοπαγήματα. Πάει κι ο χρόνος τούτος. Ένας χρόνος ακόμα στην πλάτη μου. Πάτησα 33 χρόνω.

2/1/1941
Λάσπες. Ο καιρός μαλάκωσε. Τίποτα το ξεχωριστό.
3/1/1941
Πάντα τα ίδια. Της νύχτας κάτι (σκ…) με κρατάνε άγρυπνο.
4/1/1941
Τσαλαβουτάμε στη λάσπη. Υπηρεσία πάντα στο λόχο. Τα πόδια μου πονάνε. Σήμερα έβγαλα το δόντι μου στο Αμύνταιο. Οι πόνοι ξεχάστηκαν. Υπέφερα τρομερά. Όλα περνάνε.
Πήρα γράμμα απ’ τον αδερφό μου Αντώνη.
5/1/1941
Ίδια κι όμοια
6/1/1941
Σήμερα τα Φώτα. Πήγαμε στην εκκλησιά. Αυτοσχέδιοι ψάλτες μας ξεκουφαίνουν. Ήρθε μια δασκάλα σπίτι μας να μείνει. Ένα πεταχτό κορίτσι. Όλοι αγρυπνούν με διάφορες σκέψεις και ομολογίες. Ο διάβολος είναι σπίτι μας. Δαιμονίζονται όλοι. Τίποτα δε μου κάνει αίσθηση. Ο νους μου πετά στο κορίτσι που με περιμένει.
7/1/1941
Ίδια κυλάει η ζωή. Λάσπη.
8/1/1941
Στεναχώρια. Ανία.
9/1/1941
Χτες βράδυ την ώρα που πλάγιασα μούφεραν 15 γράμματα. Όλα απ’ αγαπημένα πρόσωπα. Απ’ την αγάπη μου, απ’ το σπίτι, από φίλους. Μια καρτούλα της με λίγα λόγια μα πόση χαρά μου κουβάλησε. Κάτω απ’ την κουβέρτα όλη νύχτα ήμουν χαρούμενος έτσι που κάθε τόσο ………….. στη καζόλαμπα, διάβαζα και πάλι έφερνα και νοσταλγούσα τα περασμένα. Τι χαρά.
Your point of view caught my eye and was very interesting. Thanks. I have a question for you.