ΓΗ ΝΤΕΜΠΛΑ

Έφτη τ’ χρουνιά ήνταν μαξούλ(ι). Κάγ(ι)ντου κόσμους στη δ’λειά. Ιργάτις δεν είχι. Ένας ιν(ι)κουτσύρ’ς είδι του Τίν(ι) τουν Αμπλίκου που κάντ’ντουν σ’σόμπα τσ’ ίπ’νι τσι σκέφ’τσι να τ’ πει, μπάτσι τουν πάρ’ στη δ’λεια. Ίμπι μέσα, πήγι κουντάντ τσι λέγ(ι):

Ρε Τίν(ι), ξέρ’ς τι σκέφ’κα, θέλ(ι)ς νά ‘ρτ’ς ραβ’στής; Λέγ(ι) γη Αμπλίκους:

Άμα φέρ’ς μια ντέμπλα μακριγιά τσι ραβδίζου απέδιου, απ’ του καφινέ.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΗΝΑΣ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 06/1981

ΣΦΑΛΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑΝΤ…

Κλϊουμέν’ς Καραφίλ’ς φώναξι του Γλίτζου του Ληγόρ’ να τουν βγάλ’ μια φουτουγραφία. Μόλις πήγι να τουν πάρ’ Ληγόρ’ς, Κλϊουμέν’ς σφάλι τα μάτιαντ.

Γιατί σφάλεις τα μάτια σ’, άν’ξι τα, είπι Ληγόρς.

Εμ μ’ αν’χτά μάτια, λέγ’ Κλϊουμέν’ς, βλέπου τσι μες στου καθρέφτ’! Γω θέλου α δω τουν ιαυτό μ’ μι σφαλ’μένα τα μάτια τίλουγιους είμι!

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΗΝΑΣ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 66/1991

ΝΑ ΣΦΑΛΕΙΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ Σ’ Σ’ ΒΟΛΤΙΣ…

Είχα ανιβεί απ’ τν Αυστραλία σν Αγιάσου ένα καλουτσαίρ’, για να μι δει γη μάνα μ’ τσι να δω τσι του χουριό κουμμάτ’, ύστιρα απί τόσα χρόνια που είχα σ’ ξινιτιά. Μια μέρα μσόβραδα ήθιλα να πάγου στ’ Μυτιλήν’. Εν ίβρισκα μέσου, αλλά για καλή μ’ τύχ’ ίβρα τουν Αντών’ του Μηνά μπρουστά μ’. Θα σι πάρου γω, ρε, έλα στου σταθμό σι καμιά ιμσή ώρα. Θα σ’ απαντέχου στου αυτουκίνητου, είπι τσι γέλασι καλόκαρδα γι Αντών’ς μι του γέλιουντ που μοιάζ’ σα π’ κακαρίζ’ γη πλάδα, άμα κάν’ του αβγό. Άμανι πήγα ίσια κάτου, σα π’ κάνττου μπρουστά τσι μ’ απάντιχι, φάνταζι πιο μιγάλους απ’ τ’ αυτουκίνητουντ. Ίμπαμι μέσα. Αντών’ς κάτσι σα π’ καθίζαν γοι παλιοί γοι ιν’κουτσυροί πα στου γάδαρου. Απ’ τη μια μιριά βάστα του τιμόν’ τσι απ’ τν άλλ’ είχι του χέριντ όξου τσι χάδιβγι τ’ λαμαρίνα, σα π’ χαδέβς του ζο τσι του χτυπάς λαφριγιά πα στου καπνουδέτ’. Άμανι πιάσαμι τς κατφόρις, Αντών’ς ζούβσι τ’ μηχανή τσ’ αφήτσι να τσλα μουναχόντ τ’ αυτουκίνητου, για να μη κάφτ’ τ’ μπιζίνα. Για να τουν κουλακέψου κουμμάτ’, τ’ λέγου. Καλό κάρου έχ’ς, ρε Αντών’. Ναι, συμφών’σι γι Αντών’ς τσι τα χείλιαντ πήγαν στ’ αφτιάντ. Βλέπ’ς του, λέγ’, τίλουγια μουντέν’ στου κατήφορου τσι αφήτσι ντου να τσλα πιο ανιγκασκά. Φουβήθκα, προυπαντός σα που ίπιρνι τς βόλτις. Πιο σιγά, λέγου, ρε Αντών’. Φουβάσι, λέγ’, τσι έκανι πάλι του γέλιουντ. Άμα φουβάσι, να κάν’ς ό,τ’ κάνου γω. Να σφάλεις τα μάτια σ’ σ’ βόλτις!

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΑΡΗΣ (ΚΑΜΠΑΣ)

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 66/1991

ΟΥΣΤ, ΟΥΣΤ,ΟΥΣΤ…

Σαμπ πουρπατούσαν στου Σίντνεϊ γιου Τσκαλάς Απουστόλ’ς μι του Γιάνν’ του Γιακμέλ’, χύστσι ένας στσύλους μιγάλους πα στου Γιάνν’ να τουν δαγκάσ’. Γιάνν’ς διμουνίστσι, πλάλι τσι φώναζι ουστ, ουστ, ουστ… Στσύλους αδιαντινά, συνέχεια χύν’ντου απάνουντ, να τουν ξιστσίσ’. Λέγ’ Τσκαλάς: ε ξέρ’ ιλληνικά γιου στσύλους, μη φουνάγ’ς αδιαφόριτα!

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΗΝΑΣ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 65/1991