ΕΙΝΙ ΤΣΙ ΜΛΙΑΣΜΕΝΑ;

Πριν χρόνια ήνταν στν Αγιάσου ένας ουκνός. Ούλ’ τ’ μέρα σκών’ντου τσι κάθντου. Σαν ίκγι για δλεια, γίν’ντου τσίτρινους σα ντου φλουρί. Μι λίγα λόγια βαριόντουν τσι που έζι. Τι να κάν’ λοιπόν; Χώρις δλεια ε βγαίν’ του πανί καβάδ’, γη τσλια ε ξέρ’ ψέματα. Ίβλιπι ξτιανός πους μι του καθσιό έ γίνιτι τίπουτα, αλλά τσι να σφίξ’ του κώλουντ εν ίθιλι. Σκέφτσι λοιπόν, σκέφτσι τσι αποφάγσι.

– Ε, αφού δε γίνιτι τίπουτα, ας κάνου του πιθαμένου, να μι θάψιν, να γλιτώσου. Έδιετς τσι γίντσι. Σταύρουσι τα χέρια τσ’ έκανι του πιθαμένου. Άμα τουν ήβραν λοιπόν, τουν πήραν για πιθαμένου. Κάναντουν ούλα τα πριπούμινα, τουν σκώσαν γοι τέσσιρις τσ’ ίσια για τ’ Πιρασιά. Στου δρόμου όμους ένας απ’ έφτοι π’ ακλουθούσαν κατάλαβι πους γη ουκνιά τα ‘κανι ούλα. Πήγι κουντά στου σιντούτσ’ τσι λέγ’ σιγά σιγά.

Ε κμπάρι, σήκου α φας κανέ παξμαδέλ’, μην παγαίνς πνασμένους!

 Αλλά γι ουκνός λέγ’ απού μέσα. – Είνι τσι μλιασμένα;

Εμ ε ντου σκέφκα να τα μλιάσου!

– Σαν είνι, ψάλιτι παπάδις….

Είδις λοιπόν τι κάν’ γη ουκνιά!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΘ. ΑΛΕΝΤΑΣ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 48/1988

 

ΜΗ, ΚΥΡΙΕ, ΠΟΥΝΙΩ!

Στις αρχές του αιώνα ο Στρατής Κολαξιζέλης ή αλλιώς Κακάβης, στην πέμπτη τάξη, έτυχε να ‘χει μαθητή και το μετέπειτα δάσκαλο Χριστόφα Χατζηπαναγιώτη. Τότες οι εκπαιδευτικοί ήταν σκληροί κι έδερναν τα παιδιά με το παραμικρό. Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο, έλεγαν. Μια μέρα ο παραπάνω δάσκαλος θύμωσε με το μαθητή του είτε γιατί τον ρώτησε κάτι και δεν το ‘ξερε είτε για κάποια αταξία. Η «βίτσα» δούλεψε στην ώρα της. Ο μικρός Χριστόφας τα χρειάστηκε. Τσίριξε, σπάραξε, αψοφώναξε, όπως ήταν και η συνήθεια. Μη, κύριε, πουνιώ! Μη μι χτυπάς, πουνιώ! Ο δάσκαλος σταμάτησε για λίγο κι απάντησε: Εμ τι θελς, να σι δέρνου τσι να θαρρείς πους τρως ιρζόγαλου;

ΕΡΜΟΛΑΟΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 46/1988

ΧΑΖΙΡ ΝΑ ΓΕΝΣ!

Ο Μιλτιάδης Νουλέλης, ο γνωστός με το παρατσούκλι Σφήγκα, ήταν ευκατάστατος. Κοντά στ’ άλλα είχε κι ένα αγύριστο σωθύρι στα Πόταμα. Πάντοτε, ακόμα και σε κισιροχρονιές, είχε πράμα για πούλημα, προπαντός όμως κάστανα και απίδια όλων των ποικιλιών. Τα βαστούσε όσο μπορούσε, για να πιάσουν καλή τιμή.

Κάποτε τον πλησίασε ένας Αγιασώτης φρουτέμπορας, γνωστός ξικοζύγης, και του ζήτησε να δει τα κάστανα. Ο Μιλτιάδης δέχτηκε με προθυμία τον πήγε στο σπίτι του, όπου τα είχε απλώσει σε μια αυλή. Ο έμπορας τα είδε, του άρεσαν και ρώτησε πόσα την οκά, για να τ’ αγοράσει. Εδώ όμως τα πράματα άλλαξαν. Ο Μιλτιάδης πήρε σοβαρό ύφος κι απάντησε: Καλά, συ γύριψις να τα δεις μουνάχα, τώρα κατέβασις όρεξ’ α τα αγουράγς τσιόλας. Χαζίρ να γενς!

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 46/1988

Ο ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΣ ΤΣΕΓΚΟΣ

tsegkosdΉταν την εποχή που με τα χαρακτηριστικά αγασώτικα ημίμακρά μας εκείνα πανταλόνια και με τα κάστανα και τα καρύδια στις τσέπες μας κατεβήκαμε για πρώτη φορά από την Αγιάσο στη Μυτιλήνη, για να φοιτήσουμε στο Γυμνάσιο. Και ήταν τότε που σαν κηδεμόνα μου γνώρισα τον εξαίρετο άνθρωπο, τον ελαιομεσίτη Δημητρό Τσέγκο, που όπως έλεγε πάντα ο πατέρας μου είναι το κλειδί της Αγιάσου. Πράγματι από οικογενειακή παράδοση και από ανεξάντλητη αγάπη για τον τόπο του και τους ομοχώριούς του ο Δημητρός εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να είναι το κλειδί της Αγιάσου.

Δωδεκάχρονο παιδί ο Δημητρός είχε την πρώτη του εμπειρία στη ζωή, ακολουθώντας το 1914 σαν μετανάστης τον πατέρα του στην Αμερική, όπου παρέμειναν μόνο εννιά μέρες και επέστρεψαν στην πατρίδα, γιατί ο νόμος όριζε τότε ότι έπρεπε να είχαν μαζί τους κάποια δική τους γυναίκα για να τους φροντίζει. Στη συνέχεια, με ενέργειες του τότε δημοδιδασκάλου Αγιάσου Δημητρίου Χριστοφίδη, παραχωρήθηκε εκ μέρους της Εκκλησίας Αγιάσου στον πατέρα του Δημητρού η εκμετάλλευση του Μετοχιού.

Ο πατέρας του Δημητρού Στρατής Τσέγκος, που ήταν ευυπόληπτος οικογενειάρχης, εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του, δυο αγόρια και τέσσερα κορίτσια στο Μετόχι αυτό, από το οποίο γινόταν όλη η διακίνηση της παραγωγής της Αγιάσου. Εκεί ήταν και το στέκι όλων των μαθητών της Αγιάσου, που περνούσαν απ’ αυτό κάθε μέρα, για να παραλάβουν τα καλάθια τους, να δώσουν το παρόν, να χαρτζιλικωθούν και ν’ ακούσουν τις πατρικές συμβουλές του κηδεμόνα τους μπαρμπα-Στρατή Τσέγκου. Γενιές και γενιές Αγιασωτών μαθητών πέρασαν από το «Χάνι», όπως συνήθως το λέγανε, και όλοι τους διέπρεψαν στην επιστήμη και στις τέχνες. Ο Δημητρός βοηθούσε τον πατέρα του στο Μετόχι για τον επιούσιο.

Το 1922, σε ηλικία 20 ετών, ο Δημητρός βρέθηκε να είναι κληρωτός στη Μικρασία. Η κλάση του πολέμησε σκληρά και αποδεκατίστηκε, αλλά ο ίδιος είχε την τύχη να γυρίσει σώος πίσω. Ασχολήθηκε πάλι στο Μετόχι, μέσα στο οποίο είχε τώρα πρατήριο βενζίνης, απέναντι δε ακριβώς διατηρούσε και πρατήριο της Αγγειοπλαστικής Κουρτζή. Το 1930 τον βρίσκουμε να έχει ανοίξει στη Μυτιλήνη ένα μεσιτικό γραφείο, που το διατηρούσε μέχρι πρόσφατα και κάθε Σαββατοκύριακο, τον βλέπαμε να ανεβαίνει στην Αγιάσο, να κάνει πληρωμές, να αναλαμβάνει παραγγελίες και να επανέρχεται τη Δευτέρα φορτωμένος με το καλαθάκι γεμάτο μικρά μπουκαλάκια από δείγματα λαδιού.

Ανήσυχη φύση, σφριγηλός και δραστήριος, όπως ήταν ο Δημητρός, παράλληλα με το επάγγελμά του είχε και καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Έτσι σαν ερασιτέχνης ηθοποιός έπαιξε στα έργα «Μια νύχτα μια ζωή» και «Το χαλασμένο σπίτι» του Σπύρου Μελά, που ανέβασε στην Αγιάσο ο τότε Ερασιτεχνικός Όμιλος. Ήταν ακόμα η εποχή που το ρόλο των γυναικών τον έπαιζαν άντρες. Συνεργάστηκε επίσης με τους Ηλία Ηλιόπουλο και Στρατή Παπανικόλα και με τη φροντίδα τους παίχτηκε στη Μυτιλήνη το έργο του παπα-Χριστόφα Κανιμά «Τι να τα κάνω τα καλά», που άφησε εποχή.

Ο Δημητρός όμως είχε και πνευματικές δραστηριότητες. Χρημάτισε σύμβουλος της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών, σύμβουλος επίσης στον Ε.Φ.Ο. «Μπουρίνι» και μέλος της Χορωδίας Μυτιλήνης, επί πενταετία δε σύμβουλος του Ιδρύματος Θεομήτωρ Αγιάσου και Πρόεδρος της Επιτροπής Προμηθειών του. Χρημάτισε επίσης μέλος της Επιτροπής Ανακαινίσεως του Ιερού Προσκυνήματος Παναγίας Αγιάσου και της επιτροπής Εξωραϊσμού του Ναϊδρίου στο Καστέλι. Ήταν διεκπεραιωτής των ενταλμάτων ανακατασκευής του εξωτερικού και εσωτερικού υδραγωγείου Αγιάσου.

Επί σειράν ετών φιλοξενούσε στο σπίτι του τον καλά εγκατεστημένο στην Αμερική ομογενή μας αείμνηστο Γεώργιο Χριστοφίδη και μαζί πήραν την απόφαση να διατεθούν χρήματα του Χριστοφίδη για την επέκταση και τη δημιουργία του Χριστοφίδειου Γυμναστηρίου Αγιάσου. Μαζί επίσης αποφάσισαν να γίνει ο Γεώργιος Χριστοφίδης αρωγός στο Αναγνωστήριο Αγιάσου και να διαθέσει επίσης 3.500 δολάρια για τα καθίσματα της εκκλησίας της Παναγίας ως και να δωρίσει σ’ αυτή δυο κτηματάκια του.

Το 1938 ο Δημητρός παντρεύτηκε με την καλόκαρδη Μαριάνθη Αναστασέλη, αδελφή των Βενιζέλου, Αντωνίου και του λογοτέχνη και ζωγράφου Στρατή Αναστασέλη, με την οποία απέκτησε δυο γιους, το Στρατή που είναι λογιστής της Εταιρείας Σουρλάγκα και τον Ντόρη που είναι καθηγητής της Φυσικής.

Επί τρία τέταρτα του αιώνα σχεδόν ο Δημητρός εργάζεται άοκνα, αγόγγυστα, αθόρυβα και αφιλοκερδώς για την εξυπηρέτηση των συνανθρώπων του και των συγχωριανών του με κύριο χαρακτηριστικό των αγαθών πράξεών του, την ανιδιοτέλεια, την αμεροληψία, την μετριοφροσύνη, και προπάντων την άκρα εντιμότητά του, που ήταν και είναι ο κανόνας της ζωής του. Παντού πρωτοστατούσε και εξακολουθεί να πρωτοστατεί ακόμα ο Δημητρός με όσες δυνάμεις διαθέτει. Και οι δυνάμεις του αυτές φαίνεται πως είναι ανεξάντλητες, γιατί σαν σκοπό της ζωής του έχει τάξει να κάνει πάντα το καλό και απ’ αυτό αντλεί τη δύναμη του.

ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΚΟΥΔΟΥΝΕΛΗΣ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 48/1988