ΓΙΑΤΙ, ΖΟΥΒΣΙ!

Κουστής Καμπούρς ίρχουντου μια μέρα μι τ’ αυτουκίνητουντ απ’ τ’ Γέρα. Σ’ διακλάδουσ’, σ’ Λάρσου, άναψι φλας κανουνικά τσι έστριψι για τν Αγιάσου, ιλέγχουντας καλά του δρόμου, γιατί είχι τσι τρουχαία. Προυσπάθσι να τα κάν’ ούλα σν ιντέλεια, για να μη δώσ’ αφουρμή, αλλά γιου τρουχουνόμους τουν σταμάτ’σι.

Δώσε τα στοιχεία σου, έχεις κάνει παράβαση.

Γιατί α σ’ δώσου τα στοιχείαμ, τίντα έκανα;

Όταν έπαιρνες τη στροφή, πάτησες πάνω στη γραμμή.

Ε, τσι τι μ’ αυτό, τι γίν’τσι, ζούβσι!

Τιλικά γιου τρουχουνόμους τουν έγραψι τσι πλήρουσι του πθίτκουντ Κουστής δυο ουχτακόσια…

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΚΟΥΤΣΚΟΥΔΗΣ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 65/1991

ΟΥΣΤ, ΟΥΣΤ,ΟΥΣΤ…

Σαμπ πουρπατούσαν στου Σίντνεϊ γιου Τσκαλάς Απουστόλ’ς μι του Γιάνν’ του Γιακμέλ’, χύστσι ένας στσύλους μιγάλους πα στου Γιάνν’ να τουν δαγκάσ’. Γιάνν’ς διμουνίστσι, πλάλι τσι φώναζι ουστ, ουστ, ουστ… Στσύλους αδιαντινά, συνέχεια χύν’ντου απάνουντ, να τουν ξιστσίσ’. Λέγ’ Τσκαλάς: ε ξέρ’ ιλληνικά γιου στσύλους, μη φουνάγ’ς αδιαφόριτα!

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΗΝΑΣ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 65/1991

ΓΙ ΑΓΙΑΣΩΤ’Σ ΕΝ ΑΛΛΑΖ’…

Γιου Σύλλουγους γι αγιασώτκους στου Sydney ινημέρουσι τα μέληντ να μαζουχτούν για συνέλιφσ’ τσι ικλουγές. Έστλι γράμματα, του δημουσίιψι σν ιφημιρίδα, του ‘βαλι τσι στου ραδιόφουνου. Τ’ πρώτ’ τ’ Τσυριατσή ήρταν λίγ’, πουλύ λίγ’. Καθούνταν τσι του συζητούσαν γιου πρόιδρους Ιμχάλ’ς γιου Καμπάς τσι Δμήτ’ς Πιτνός, που έχ’ μιγάλ’ πείρα στα σουματεία, αφού χρόνια ήταν πρόιδρους σ’ πιο μιγάλ’ πουδουσφιρική ουμάδα “Sydney Olympic“.

Τι θα κάνουμι, ε Δμήτ’, άμα δεν έρτιν τσι τν άλλ’ τ’ Τσυριατσή;

Μη φουβάσι, Ιμχάλ’, τν άλλ’ τ’ Τσυριατσή θαν έρτιν, θα του δεις.

Τώντι τν άλλ’ τ’ Τσυριατσή είχαμι πιο πουλύ απί απαρτία. Πρόιδρους παραξινέφτσι τσι ρώτ’σι του Δμήτ’.

Πού του ‘ξιρις πους θαν έρτιν;

Εν του ‘ξιρα, ε Μχάλ’, αλλά ποίκα τς τσι ήρταν. Διάδουσα πους γιου Σύλλουγους σήμιρα θα μοιράσ’ ούλ’ τς παράδις που έχ’ τσι όσ’ έρτιν θα πάριν…

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΑΡΗΣ (ΚΑΜΠΑΣ)

περιοδικο ΑΓΙΑΣΟΣ, 65/1991

ΓΙ ΗΘΟΥΠΟΙΟΣ Τ’ ΑΡΜΙΝΑΤΣ’

Στη θεατρική παράσταση, που έδωσε πρόσφατα το Αναγνωστήριο με την ηθογραφία του Αντώνη Μηνά «Σα δε τιριάζ’, ε σμπιθιριάζ’», χρειαζόταν σε μια πράξη να βγει στη σκηνή ένα γαϊδούρι. Λόγω εποχής ήταν λίγο δύσκολο, γιατί ο κόσμος τα έχει αφήσει στη βοσκή, στο μπαχάρι που λέμε. Προθυμοποιήθηκε όμως να φέρει ένα γαϊδούρι ο Αρμενάκης ο Εμβάλωμας, του Σαρίκ ο γιος. Την παράσταση έτυχε να την παρακολουθήσει και ο Παναγιώτης Βασιλάς, ο Μπουντάντης. Του άρεσε το γαϊδούρι και ρώτησε ποιανού είναι. Έμαθε και πήγε στον Αρμενάκη να το παζαρέψει.

‘Ομουρφου ζο έχ’ς, του π’λείς;

Τι λέγ’ς έφτου, ρε Μπάν’… Τώρα π’ γίν’τσι ηθουποιός θα του π’λήσου. Άσ’ τα λέγ’ς!

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΚΟΥΤΣΚΟΥΔΗΣ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 65/1991