ΟΙ ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ

Άλλοτες το τζάκι, η γωνιά, όπως το έλεγαν οι παλιότεροι, ήταν ο αφαλός του σπιτιού. Μάζευε κοντά του όλη τη φαμίλια, προπαντός τις άγριες χειμωνιάτικες νύχτες, όταν το κρύο αντρείευε και τα στοιχειά της φύσης λυσσομανούσαν. Η μέσα τιμητική θέση ήταν για τους μεγάλους, για τον παππού και για τη γιαγιά, για τον πατέρα και για τη μάνα. Στο έξω μέρος, πλάι στο κατώφλι της γωνιάς, αραδιάζονταν στο στρωμένο τσουπί ή στην καρπέτα τα μωρά, χρησιμοποιώντας κάποτε μαξιλαράκια ή και σκαμνάκια. Η φωτιά πολεμούσε με τα ξύλα που της αντιστέκονταν, αφήνοντας δω κι εκεί αστράκια, σημάδι αλλαξοκαιριάς ή και «αφλουγής». Έγλειφε λαίμαργα με τις κοκκινωπές γλωσσίτσες της τον τέντζερη ή το τέστο, που καμάρωναν στη ράχη της πυροστιάς κι ανάδιναν λογής λογής μυρουδιές. Το πήλινο τσουκάλι παραδίπλα άγγιζε διακριτικά τη χόβολη κι όλο διψούσε και ζητούσε τη δροσιά του κρύου νερού. Το μπρίκι ήταν πάντοτε σ’ επιφυλακή για καφέ ή για ζεστό. Τα κάστανα παραχώνονταν με τη μασιά κι αν δεν ήταν χαρακωμένα με το μαχαίρι ή δαγκωμένα στην άκρη πετάγονταν κι έκαναν κρότο, παρασέρνοντας κάποτε μαζί τους στάχτες και καρβουνάκια. Η πύρα, παρ’ όλο που δεν άπλωνε σ’ όλη την κάμαρη -μπροστά πύρα και πίσω κλαδευτήρα-, όμως ξεμάργωνε το κορμί, ραχάτευε τα κουρασμένα μέλη, μέρευε την ψυχή κι έλυνε τη γλώσσα για όμορφες ιστορίες, για παραμύθια.

Το παραδοαιακό σπίτι. Από τη Λαογραφική Συλλογή του Στρατή Τζίνη
Το παραδοαιακό σπίτι. Από τη Λαογραφική Συλλογή του Στρατή Τζίνη

Το τζάκι δούλευε σχεδόν ολοχρονίς. Σταματούσε μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, γιατί ο κόσμος συνήθως μαγείρευε στις αυλές, στο ύπαιθρο. Ήθελε και τούτο την ανάπαυσή του, τη φροντίδα του, τις διακοπές του. Οι νοικοκυρές το έντυναν με το δαντελωτό «καπτέλι» και με το φαντό «πκαροπάνι», το αρμάτωναν με λογής λογής χρειαζούμενα μικροαντικείμενα, αλλά και με θυμητάρια, το συγύριζαν κάθε λίγο και λιγάκι, γιατί ήταν η βιτρίνα του σπιτιού. Καλοί γειτόνοι το αρμάρι, όπου φύλαγαν το ψωμί και τα φαγητά, άλλα και η πιατοθήκη με το τακίμι της. Δεν έλειπαν και οι θυρίδες για το μπρίκι, για το καφεκούτι, για τη ζαχαριέρα, για το αλατερό, για το δαδί…

Κοντά σ’ όλα όμως και ο «πκαρής», η καπνοδόχος, είχε τις απαιτήσεις του. Ήθελε κι αυτός τα στολίδια του, για να μπορεί να φιγουράρει στα ύψη. Γι’ αυτά φρόντιζαν οι χτιστάδες, που ήταν τεχνίτες με γούστο και με περίσσιο μεράκι. Ζητούσε μια φορά το χρόνο και το καθάρισμά του και τούτο χρειαζόταν το μάστορά του, τον καπνοδοχοκαθαριστή. Ο καπνός που ανηφόριζε παιχνιδίζοντας άφηνε ίχνη στα τοιχώματα, που με τον καιρό γίνονταν ένα σκληρό μαύρο πουρί, που το έλεγαν καπνιά. Μ’ αυτό μουτζούρωναν το πρόσωπο τους οι καρνάβαλοι. Μ’ αυτό, ανακατεμένο με λάδι, μπλάστρωναν τις πληγές των ζώων οι πρακτικοί γιατροί κι οι γιάτρισσες. Η σκόνη του εξάλλου ήταν γιατρικό και για τα σπασίματα.

Η φωτιά που πύρωνε τη χαρά των ανθρώπων είχε και τους κινδύνους της. Οι μεγάλοι τους γνώριζαν και φοβόντουσαν. Πόσα σπίτια και πόσα χωριά δε λαμπάδιασαν στα χρόνια που πέρασαν; Πόσα γιαγκίνια δεν έμειναν στη μνήμη των γερόντων; Τα παιδιά όμως δεν ήξεραν, γι’ αυτό κι έκαναν χάζι, κάθε φορά που άναβε κάποιος «πκαρής». Ήταν γι’ αυτά ένα παιχνίδι, μια διασκέδαση. «Πήρι φουτιά», «ίψι πκαρής» φώναζαν με χαρά, κάποτε όμως και με αγωνία, στις περιπτώσεις που χτυπούσε δαιμονισμένα η καμπάνα της εκκλησιάς. Στην αρχή ξελοχούσε ο «πκαρής», ντουμάνιαζε, βούιζε. Φλόγες θυμωμένες ξεπετιούνταν από τ’ ανοίγματα κι έζωναν το «καπέλο» του. Σιγά σιγά όμως αδυνάτιζαν και τελικά έσβηναν. Μάρτυρας μόνο ο αγέρας, που είχε μολευτεί και μύριζε κάπνα.

Ο καθένας ήταν υποχρεωμένος να καθαρίσει τον «πκαρή» του, γιατί αν έπιανε φωτιά μπορούσε να μεταδοθεί στην ξυλεία της στέγης, από κει στα «χατίλια» κι ύστερα ν’ αγκαλιάσει όλο το σπίτι. Κοντά στο δικό του κινδύνευε και το σπίτι του γείτονα. Άλλος φώναζε τον καπνοδοχοκαθαριστή, του έδινε κάτι, σε χρήμα ή σε είδος, και «φουκαλιούσε» τον «πκαρή». Άλλος φρόντιζε μόνος του να τον καθαρίσει. Υπήρχαν κι αυτοί που έβαζαν επίτηδες φωτιά κι έκαιγαν τις καπνιές. Διάλεγαν μέρες βροχερές ή χιονιάδες, για να είναι μικρότερος ο κίνδυνος, αλλά και για ν’ αποφύγουν το πρόστιμο που πλήρωναν οι παραβάτες.

Ο Προκοπής Γαβές με τα σύνεργα της δουλειάς του...
Ο Προκοπής Γαβές με τα σύνεργα της δουλειάς του…

Το επάγγελμα του καπνοδοχοκαθαριστή δεν το είχαν σε υπόληψη. Μουτζούρικη δουλειά, βλέπεις, περιφρονημένη. Δεν καταδεχόταν να την κάνει ο καθένας, αλλά κι αν την έκανε δεν μπορούσε να στηριχτεί μόνο σ’ αυτή για το καθημερνό ψωμί της φαμίλιας του. Έπρεπε να έχει και άλλο «ζαναχάτι».

Τα εργαλεία της δουλειάς του καπνοδοχοκαθαριστή ήταν δυο τρία «τούμπα», σωλήνες μεταλλικοί. Βίδωνε τον ένα στον άλλο, ανάλογα με το ύψος του ταβανιού και του «πκαρή». Στο άκρο του ενός εφάρμοζε έναν κόφτη, μια ξύστρα, σαν αυτή που χρησιμοποιούσαν οι νοικοκυρές, για να ξεκολλούν τη ζύμη από τη σκάφη. Στο άκρο του άλλου έδενε μια «φρουκαλιά», ένα είδος σκούπας από ξερούς «αξίστες» ή από θυμάρι ή από πρίνο. Ο καπνοδοχοκαθαριστής μαντιλοδενόταν, έμπαινε στο άνοιγμα του «πκαρή» κι άρχιζε να ξύνει τα τοιχώματα. Οι καπνιές κομμάτια κομμάτια ξεκολλούσαν κι έπεφταν κάτω με θρύμματα και σκόνη. Όταν τέλειωνε η πρώτη δουλειά, άρχιζε το «φρουκάλ’μα». Ό,τι άφηνε η ξύστρα, το έριχνε κάτω η «φρουκαλιά». Ο καπνοδοχοκαθαριστής γινόταν αγνώριστος, όταν τέλειωνε είχε το κακό του χάλι. Γινόταν μαύρος σαν Αράπης κι η αμοιβή του ψίχουλα.

Καπνοδοχοκαθαριστές παλιότερα στην Αγιάσο ήταν οι δυο Προκόπηδες, ο Κακαλιός κι ο Γαβές. Το δεύτερο τον θυμόμαστε καλά, πριν από τριάντα χρόνια που συχωρέθηκε. Ψηλός, μαυριδερός, κακογερασμένος, κατατρεγμένος από τη ζωή. Ήταν φαμελίτης – είχε τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια κι ένα κορίτσι – κι έκανε κατά καιρούς πολλές δουλειές, για να τα βγάζει πέρα. Νεωκόρος της Αγίας Τριάδας και της Παναγίας, φροντιστής του ξωκλησιού στο Καστέλι, ιεροψάλτης εξ ακοής ως αγράμματος, καθαριστής των δημοτικών αποχωρητηρίων, βοηθός του λατερνατζή Ξενοφώντα Σουσαμλή, οργανοπαίχτης – ήταν ειδικός στο ντέφι -, λούστρος, νεκροθάφτης…

Στις μέρες μας δεν έχουν στάχτη τα περισσότερα τζάκια. Άλλαξαν οι καιροί, άλλαξαν οι συνήθειες. Τώρα έγιναν είδος διακοσμητικό, κοστίσιμο. Οι ιστορίες του παππού και τα παραμύθια της γιαγιάς λιγόστεψαν. Οι καλικάντζαροι δεν μπαίνουν πια από τον «πκαρή», όπως άλλοτε το δωδεκαήμερο. Ούτε ο Αϊ-Βασίλης κατεβαίνει, για να αφήσει τα δώρα του στα παιδιά. Οι καπνοδοχοκαθαριστές πάνε να γίνουν αχρείαστοι. Ένα μικρό διάστημα δούλεψε ο Γιώργος Προκοπίου, ο Τζίφος. Τα τελευταία χρόνια κι ο μεγάλος γιος του Προκόπη Γαβέ, το «Νικέλ’», κάνει αργά και που αυτή τη δουλειά, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση. Τα καλοριφέρ, οι θερμάστρες πετρελαίου, οι ξυλόσομπες, οι ηλεκτρικές κουζίνες, οι στόφες, τα πετρογκάζ, τα αερόθερμα, τα «μάτια» έβγαλαν ουσιαστικά το τζάκι από το παλιό σπίτι, το αχρήστεψαν…

Πύργος Ηλείας, 27.2.1992

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 68/1992

ΑΣΒΕΣΤΟΠΟΙΙΑ ΚΑΙ ΑΣΒΕΣΤΟΠΟΙΟΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣΟΥ

Το επάγγελμα του ασβεστοποιού

 Το επάγγελμα του ασβεστοποιού στην Αγιάσο είναι πολύ παλιό. Θα πρέπει να έχει τις ρίζες του από τα πρώτα χρόνια της ιστορίας της. Από τότε δηλαδή που η Αγιάσος άρχισε να συγκροτείται ως οικισμός.

Κορυφαίος ασβεστοποιός της Αγιάσου ήταν ο Παρασκευάς Βασιλείου Κουδουνέλης, μαζί με τους πρώτους άλλους ασβεστοποιούς, όπως ήταν ο Βρανέλης, που είχε και το επώνυμο Ασβεστάς, και κάποιος Αρβανιτέλης. Πολύ παλαιός ασβεστάς ήταν και ο Μωυσής.

Η έρευνά μας ανάγεται στην εποχή από το 1870 και μετά. Πριν από το έτος αυτό θα πρέπει να ήταν ασβεστάδες οι γονείς των παραπάνω και θα πρέπει να εγκαταστάθηκαν στην Αγιάσο μαζί με τους άλλους πολλούς και διαφόρους επαγγελματίες που είχαν κάποια φοροαπαλλαγή. Συγκεκριμένα ο πρώτος μαρτυρημένος ασβεστοποιός της Αγιάσου, ο Βασίλειος Κουδουνέλης, ο πατέρας του Παρασκευά Κουδουνέλη, έλκει την καταγωγή του από την Ήπειρο.

Επίσης γνωστός ασβεστοποιός της δεκαετίας του 1930 και μετέπειτα ήταν ο Παναγιώτης Τσάκωνας, που είχε το μεγαλύτερο σε χωρητικότητα ασβεστοκάμινο στο Καμπούδι, κάτω από το σημερινό Ίδρυμα Ανιάτων και που έβγαζε 11.000 καντάρια ασβέστη, δηλαδή 484.000 οκάδες.

Οι παραπάνω έβγαλαν επαγγελματίες ασβεστοποιούς, τους γιους των, όπως ο Τζάνος Κουδουνέλης, ο Βασίλειος Κουδουνέλης, ο Κλεάνθης Κουδουνέλης και ο Ευστράτιος Κουδουνέλης. Από τους Βρανέληδες (Ασβεστάδες) ασβεστοποιοί βγήκαν ο Χριστόφας Βρανέλης και ο Ευστράτιος Βρανέλης.

Οι εργάτες λιώνουν ασβέστη για το νέο κτίριο του Αναγνωστηρίου, που θεμελιώθηκε το Σεπτέμβρη του 1962... Ο πρόεδρος Πάνος Πράτσος εποπτεύει...
Οι εργάτες λιώνουν ασβέστη για το νέο κτίριο του Αναγνωστηρίου, που θεμελιώθηκε το Σεπτέμβρη του 1962… Ο πρόεδρος Πάνος Πράτσος εποπτεύει…

Άλλοι που ασχολήθηκαν με το επάγγελμα του ασβεστοποιού ήταν ο Μιχαήλ Κουταλέλης, ο Δημήτριος Κουταλέλης, ο Ιωάννης Σιμέλης, ο Νικόλαος Βέτσικας, ο Αντώνιος Καλατζής, ο Παράσχος Λαμπρινός, ο Ευστράτιος Τοπαλής ή Μπάτα, ο Γρηγόριος Κουδουνέλης (συνεχιστής των Κουδουνέληδων ασβεστοποιών), ο Αθανάσιος Μαϊστρέλης, από τη Μικρασία, και ο γιος του Βασίλειος, που ασχολήθηκε πρόσκαιρα ως ασβεστοποιός και μετά έγινε αγροφύλακας. Άλλοι επαγγελματίες ασβεστοποιοί υπήρξαν ο Ευστράτιος Κωμαΐτης (Γούλα), ο Αθανάσιος Κωμαΐτης (Γούλα) και ο Μιχαήλ Παπαπορφυρίου ή Διακέλης.

Πού λειτουργούσαν τα καμίνια

Ασβεστοκάμινα είχαν κατασκευαστεί και λειτουργούσαν σε όλη την περιφέρεια της Αγιάσου, κυρίως όμως μέσα στον ελαιώνα και μέσα στα ρουμάνια, γιατί εκεί υπήρχε η καύσιμη ύλη, δηλαδή οι πρίνοι και τα κλαδιά από τα κλαδέματα και από τα σκολέματα των ελαιοκτημάτων. Η κυριότερη περιοχή όμως ήταν από το Καμπούδι μέχρι τη Φούσα. Πάνω σ’ όλο αυτό το βουνό υπάρχουν και σήμερα ακόμα διάσπαρτα παντού τα παλιά καμίνια, που μαρτυρούν τον κόπο και τα βάσανα των φτωχών εκείνων βιοπαλαιστών.

Πώς ετοιμαζόταν το καμίνι

Ανάλογα με τη χωρητικότητα που επιθυμούσε ο ασβεστοποιός, ανοιγόταν με τον κασμά και με τα άλλα διαθέσιμα τότε εργαλεία (λοστοί, βαριές, φτυάρια, σφυριά) ένας λάκκος. Η βάση του λάκκου μετά χτιζόταν στο κάτω μέρος από μέσα και γύρω γύρω σε ύψος 60 πόντων περίπου με λυγδόπετρες, που δεν ασβεστοποιούνται, και πάνω από τις λυγδόπετρες πάλι ολύγυρα στο λάκκο γινόταν πατούρα από λυγδόπετρα.

Το εσωτερικό χτίσιμο, πάνω από την πατούρα, συνεχιζόταν πια με μαρμαρόπετρα και με λάσπη. Έτσι το καμίνι ήταν έτοιμο, αφού φυσικά είχαν αφήσει και την πόρτα του καμινιού, από την οποία θα το «τάιζαν» με κλαδιά ή ξύλα. Να σημειωθεί ότι και η πόρτα κατασκευαζόταν από λυγδόπετρες, για να μην ασβεστοποιηθεί και καταρρεύσει. Αυτή ήταν η υποδομή του ασβεστοκάμινου, που αργότερα θα φορτωνόταν με μαρμαρόπετρα για ασβεστοποίηση.

Πώς φορτωνόταν το ασβεστοκάμινο

Αφού έβρισκαν το νταμάρι από μάρμαρο, έβγαζαν με λοστούς, με βαριοπούλες και καμιά φορά και με φουρνέλα τις πέτρες, τις οποίες στη συνέχεια τεμάχιζαν με τη μικρή βαριοπούλα και το σφυρί σε διάφορα κομμάτια, μικρά, μεσαία, μεγάλα.

Έτσι άρχιζαν από την πατούρα να χτίζουν το καμίνι, δηλαδή τοποθετούσαν τις πέτρες που θα ασβεστοποιούνταν. Στη βάση έβαζαν τις μικρές, μετά τις μεσαίες και στο πάνω μέρος – στον τρούλο, όπως τον έλεγαν – έβαζαν τις μεγάλες πέτρες, που τις έλεγαν «κλειδί», γιατί εκεί, σ’ αυτό το σημείο, έκλεινε, «κλείδωνε» το καμίνι. Το κλειδί ήταν και ο καλύτερος ασβέστης, γιατί βρισκόταν στο κέντρο της φωτιάς και ψηνόταν καλά.

Πώς συγκεντρωνόταν η καύσιμη ύλη

Από τα ρουμάνια κόβανε τους πρίνους και τους κάνανε δεμάτια. Κάθε δεμάτι είχε οχτώ αγκαλιές κλαδιά. Από τους ελαιώνες μάζευαν τα κλαδέματα και τα σκολέματα και τα έκαναν επίσης δεμάτια. Όλα αυτά τα δεμάτια τα στέριωναν με δυο μεγάλες πέτρες, για να μην τα πάρει ο αέρας, μέχρι που να ξεραθούν και να έρθει η ώρα τους να χρησιμοποιηθούν.

Αφού φορτωνόταν το ασβεστοκάμινο και ήταν έτοιμο να δεχτεί τη φωτιά, κουβαλούσαν τα δεμάτια γύρω από το καμίνι. Για τη μεταφορά τους χρησιμοποιούσαν ένα ξύλινο δίχαλο, ένα «τσατάλι» περίπου δυο μέτρων. Το τσατάλι το κάρφωναν πάνω στο δέμα, δηλαδή το έμπηγαν μέσα με δύναμη και με μεγάλη επίσης προσπάθεια το σήκωναν ψηλά και το τοποθετούσαν πάνω στο κεφάλι τους. Έτσι μετέφεραν όλα τα δεμάτια κοντά στο καμίνι. Ανάλογα με τη χωρητικότητα του καμινιού απαιτείτο και ανάλογος αριθμός δεματιών. Για ένα ασβεστοκάμινο π.χ. 4.000 οκάδων απαιτούντο 180-200 δεμάτια κλαδιά.

Η φωτιά έμπαινε συνήθως πολύ πρωί, γιατί χρειαζόταν ένα εικοσιτετράωρο συνεχόμενης τροφοδότησης, για να ασβεστοποιηθεί η πέτρα. Γι’ αυτή τη δουλειά ασχολούνταν οπωσδήποτε δυο άτομα. Ο ένας τροφοδοτούσε το καμίνι. Με τη βοήθεια ενός σιδερένιου δίχαλου, «τσαταλιού», έπαιρνε τα δέματα και τα έσπρωχνε από την πόρτα μέσα στο καμίνι. Ο άλλος έφερνε τα γύρω δεμάτια κοντά στο πρώτο. Επειδή όμως ο πρώτος καιγόταν από τις φωτιές, κουραζόταν πολύ, διψούσε και πεινούσε, γινόταν εναλλαγή στο έργο τους. Μετά είκοσι τέσσερις ώρες τροφοδοσίας τελείωνε το έργο της ασβεστοποίησης και χρειαζόταν στη συνέχεια ένα ακόμα εικοσιτετράωρο, για να κρυώσει το καμίνι και για να αρχίσει το έργο της εκφόρτωσής του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια ως καύσιμη ύλη χρησιμοποίησαν μόνο ξύλα (κουτούκια πεύκων) ή εκχυλισμένο ελαιοπυρήνα. Ο Γιάννης Σιμέλης (Σνάν’) είναι ο πρώτος στην Αγιάσο που χρησιμοποίησε μηχάνημα εκτόξευσης μέσα στο καμίνι εκχυλισμένου ελαιοπυρήνα.

Εκφόρτωση του καμινιού

Ειδοποιούνταν τέσσερις έως πέντε κιρατζήδες (αγωγιάτες), οι οποίοι με τα μουλάρια τους αναλάμβαναν τη μεταφορά του ασβέστη στο χωριό, μέσα σε τρίχινα τσουβάλια. Να σημειωθεί ότι κάθε αγωγιάτης έφερνε δυο ζεύγη τσουβάλια, ώστε το ένα ζεύγος να μένει στο καμίνι για γέμισμα, μέχρι που να επανέλθει ο ίδιος στο καμίνι, και τούτο για να μη χάνεται χρόνος.

Αν είχε βρεθεί προηγουμένως ο αγοραστής του ασβέστη, το προϊόν παραδινόταν κατευθείαν στην οικοδομή του. Αν όχι, αποθηκευόταν, συνήθως στα σπίτια, μέσα σε παλιά κιούπια, βαρέλια ή στέρνες και σκεπαζόταν αεροστεγώς για να μη λιώσει, μέχρι που να πουληθεί. Πάντως φρόντιζαν – και τους συνέφερε αυτό – να έχουν βρει προηγουμένως τον πελάτη. Αποθήκευση συνήθως γινόταν όταν έκλεινε ο καιρός, για να έχουν κάποιο στοκ το χειμώνα, που κατά κανόνα απόφευγαν το κάψιμο του καμινιού, εκτός βέβαια αν υπήρχε και την εποχή αυτή αγοραστικό ενδιαφέρον.

Δυσκολίες του επαγγέλματος

Το επάγγελμα του ασβεστοποιού ήταν επίπονο και σκληρό. Το παραγόμενο είδος φτωχό, ο ανταγωνισμός μεγάλος. Οι κόποι, τα ξενύχτια δεν έφερναν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Η ζήτηση ήταν μικρή, πολλές φορές τελείως ανύπαρκτη, γιατί εξαρτιόταν από την οικονομική ευρωστία του κάθε ενδιαφερόμενου. Η γενική οικονομική κατάσταση δεν επέτρεπε αισιοδοξία και δεν έκανε τον καθένα να ασχοληθεί με το επάγγελμα αυτό. Όσοι βρέθηκαν επαγγελματίες ασβεστοποιοί πάλεψαν σκληρά. Πολλοί εγκατέλειψαν το επάγγελμα και στράφηκαν σε άλλες εργασίες. Σ’ αυτό συνετέλεσε πολύ και η νέα τεχνική. Η χρησιμοποίηση του τσιμέντου έδρασε σε βάρος της χρήσης του ασβέστη. Έτσι από 15 και πλέον επαγγελματίες ασβεστοποιούς στο τέλος έμειναν ουσιαστικά δυο, ο Ιωάννης Σιμέλης (Σνάν’), που συνέχισε το επάγγελμα ως το τέλος της ζωής του και ο Γρηγόριος Ευστρατίου Κουδουνέλης, που το 1964 μετανάστευσε στη Γερμανία. Ας σημειωθεί ότι τα έτη 1935-1936 οι ασβεστοποιοί Αγιάσου, για να αποφύγουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό, συνέστησαν την «Εταιρεία Ασβεστοποιών Αγιάσου» η οποία λειτούργησε για μικρό χρονικό διάστημα και στη συνέχεια διαλύθηκε λόγω ασυμφωνίας των εταίρων της.

Δεν πρέπει να ξεχαστούν και οι σύζυγοι των ασβεστοποιών, που στα σπίτια τους πουλούσαν λιανικώς ασβέστη και έβγαζαν το σχετικό χαρτζιλίκι τους. Γι’ αυτό και το χωριό ήταν πάντα πεντακάθαρο και κάτασπρο, γιατί υπήρχε και σχετική αστυνομική διάταξη γι’ αυτό.

Άδεια ασβεστοποίησης

Πρέπει να σημειωθεί ότι για να καεί κάθε καμίνι χρειαζόταν προηγουμένως σχετική άδεια του Δασαρχείου Μυτιλήνης. Έπρεπε να πληρωθεί πρώτα ο φόρος, που ήταν ανάλογος με τη χωρητικότητα του καμινιού, και για το σκοπό αυτό ερχόταν επιτόπου ο δασικός υπάλληλος και μετρούσε στο καμίνι. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που οι φτωχοί αυτοί βιοπαλαιστές πήγαιναν για το σκοπό αυτό στη Μυτιλήνη με τα πόδια. Αν δεν έβγαζαν άδεια και αν τους ανακάλυπταν, επιβαλλόταν βαρύ πρόστιμο και το καμίνι δεν έφτανε για την πληρωμή του.

Τι γινόταν σε περίπτωση βροχής

Κατά κανόνα τα καμίνια ψήνονταν το καλοκαίρι, γιατί τότε χτίζονταν και τα γιαπιά και υπήρχε ζήτηση. Όταν καμιά φορά συνέβαινε να πέσει απότομη βροχή, γινόταν το εξής: Όταν το καμίνι ήταν στο στάδιο της καύσης, δεν υπήρχε μεγάλος κίνδυνος, γιατί η θερμοκρασία του ήταν υψηλή, περίπου 2.000 βαθμοί και το νερό της βροχής που έπεφτε γινόταν ατμός και τη νύφη την πλήρωναν οι ασβεστοποιοί που το τροφοδοτούσαν και που γίνονταν μουσκίδι. Όταν όμως είχε πια καεί το καμίνι και βρισκόταν στο στάδιο του εικοσιτετράωρου, για να κρυώσει, ο ασβεστοποιός, όπου κι αν βρισκόταν, μέρα ή νύχτα, έπρεπε να τρέξει στο καμίνι του και να το προστατέψει με κάθε τρόπο, για να αποφύγει την καταστροφή.

Η γιορτή των ασβεστοποιών

Το σινάφι των ασβεστοποιών Αγιάσου γιόρταζε τη γιορτή του στις 20 Ιουλίου, δηλαδή του Αϊ-Λια. Τη μέρα εκείνη ξεχνιούνταν οι κόποι και τα βάσανά τους και το έριχναν έξω. Στα καφενεία που σύχναζαν στρώνονταν τα τραπέζια με εκλεκτούς μεζέδες, με γιουβέτσια και με ποτά. Έτσι άρχιζαν πρώτα τα λιανοτράγουδα κι όταν έφταναν στο κέφι έστελναν και ειδοποιούσαν τα νταούλια και τα βιολιά. Και κατέφθαναν εκεί οι περίφημες κομπανίες της Αγιάσου. Το γλέντι αυτό κρατούσε τουλάχιστον τρεις μέρες. Κορυφαίος στο επάγγελμα, αλλά και κορυφαίος στο γλέντι αυτό ο Παρασκευάς Βασιλείου Κουδουνέλης, ο οποίος δεν έχανε ποτέ τη γιορτή αυτή κι ας γκρίνιαζε η συμβία του Μαριγώ. Μια φορά κανείς γλεντάει τη φτώχεια του!

ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΚΛ. ΚΟΥΔΟΥΝΕΛΗΣ

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 84/1994

ΝΑ ΠΔΩ ΝΑ ΤΑ ΒΑΖΟΥ…

Ξινόφς πήγι στου Μπάνου του Χατζην’κόλα, τ’ Σταφίδα, να τ’ πάρ’ τα μέτρα για ένα ζιβγάρ’ παπούτσια.

Να τα κάν’ς κουμμάτ’ φαρδιά φαρδιά, ε Μπάνου.

Πόσου φαρδιά τα θέλ’ς, ε Ξινόφ’, ρώτ’σι Μπάνους.

Να πδω απουπάνου απ’ τ’ σκάλα να τα βάζου, είπι Ξινόφς.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΑΡΗΣ (ΚΑΜΠΑΣ)

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 67/1991

Η ΑΓΙΑΣΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 80 ΧΡΟΝΙΑ…

Πέρασε πάνω από μισός αιώνας από τότε που έγραψε το παρακάτω κείμενο για την Αγιάσο ο Γ. Χ. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ στο βιβλίο του «Μέγας οδηγός της νήσου Λέσβου (Μυτιλήνης) 1935-1936-1937». (Τύποις «ΦΙΛΚΟ». Αθήναι). Μέσα από αυτό βλέπουμε ανθρώπους και επαγγέλματα που σήμερα δεν υφίστανται πια. Οι πρώτοι ακολούθησαν τη φυσική τερματική ανθρώπινη οδό, ενώ τα δεύτερα – τα περισσότερα – σκεπάστηκαν από την «πρόοδο» των καιρών μας και μαζί τους χάθηκε και η ανθρώπινη ζεστασιά. Στόχος της αναδημοσίευσης είναι να μη μένουν στη λησμονιά αυτοί που έφυγαν για πάντα και εμείς οι νεότεροι να γνωρίζουμε τις ασχολίες και τα έργα τους…

ΠΡΟΚΟΠΗΣ I. ΠΑΠΑΛΑΣ

ΑΓΙΑΣΣΟΣ

 Είναι έδρα της ομωνύμου Κοινότητος, εις ην υπάγονται και οι εξοχικοί συνοικισμοί Άγιος Δημήτριος και Καρίνα (ορθό: Καρίνη) επί της αμαξιτής οδού Μυτιλήνης – Πολυχνίτου. Συνορεύεται με τας Κοινοτήτας: Ασωμάτου, Ιππίου, Σκούντας, Κεραμιών, Κάτω Τρίτους, Μυχούς, Λάμπου Μύλων (αποτελούντων πρώην τον Δήμον Αγιάσσου). Σήμερον η κωμόπολις αριθμεί 6.000 περίπου κατοίκους, ασχολουμένους εις την παραγωγήν ελαιολάδων, καστάνων, καρυδίων, οπωρικών (μήλα, κεράσια, αχλάδια, βύσσινα κλπ.)

Συγκοινωνεί με την Μυτιλήνην δι’ αμαξιτής οδού 27 χλμ. Σταθμός αυτοκινήτων εν Μυτιλήνη το Αγιασώτικον χάνι (οδός Αγ. Συμεών). Τιμή εισιτηρίου δρχ. 25. Προσεχώς θα εκτελεσθή η αμαξιτή οδός Σανατορίου – Μεγαλοχωρίου (Καμένου χωριού) [Πλωμαρίου].

Ναοί. Κοίμησις της Θεοτόκου. Εορτάζει την 15 Αυγούστου, οπότε συρρέει πολύς κόσμος, ανερχόμενος εις 30-40 χιλ. Ιερείς: Θεόκτ. Σοσσώνης, αρχιερατ. επίτροπος, Β. Δεμερτζής, Σταύρ. Παπαευστρατιού, Παν. Στάικος – Αγία Τριάς, Ιερεύς Νικ. Πατσέλλης – Ζωδόχος Πηγή, ναΐδριον, όπου αγίασμα Παναγίας – Άγιος Δημήτριος εις τον ομώνυμον εξοχικόν συνοικισμόν. (4 χλμ.). Εξωκλήσια (τα κυριώτερα): Ταξιάρχης ή Καστρέλλι, Αγ. Παρασκευή, Αγ. Iωάννης, Αγ. Κων/νος, Αγ. Ευστράτιος, Αγ. Βασίλειος.

Εκπαίδευσις: Ημιγυμνάσιον. Διευθυντής: Ευάγ. Γαρμπής, Δημοτ. Σχολείον. Διευθυνταί: Βασ. Γαλετσέλλης, Ευστ.Λιάκατος. Διδάσκαλοι: Ευστ. Φωτεινέλλης, Χ. Χατζηπαναγιώτου, Ηλ. Λίβανος, Σταμ. (ορθό: Ιωάννης) Ευαγγελινός, Διδ/λισσαι: Δέσποινα Βάλεση, Αντιγόνη Τακεδέλλη, Καλυψώ Χατζηγιάννη, Δέσποινα Παπάνη, Ειρήνη Κουνή.

EPAGGELMATA (1)
Ο δάσκαλος Βασίλειος Γαλετσέλης, η σύζυγός του Αθηνά, επίσης δασκάλα, η κόρη του Ελένη και ο γαμπρός του Τζάνος Βαμβουρέλης.

Αρχαί και Δημόσιαι Υπηρεσίαι

EPAGGELMATA (2)
Ο παλαιός ελαιομεσίτης και ξενοδόχος της Αγιάσου Προκόπιος Βλουτέλης ή Μπόμπου ή Βλαμούσκου.

Κοινοτικόν Συμβούλιον. Πρόεδρος: Γ. Αλεντάς. Αντιπρόεδρος: Παν. Χατζηεμμανουήλ. Σύμβουλοι: Ομ. Κωμαΐτης, Παν. Νουλέλλης, Ευστ. Τζίνης, Φωτ. Μπράτσος, Περικλής Τζανετής, Δημ. Πιπερίτης, Ιωάν. Ξενέλλης, Γεώργ. Χατζηαποστόλου, Αθαν. Χατζηπλής. Γραμματεύς: Θεόδ. Τσάτσος . Υπογραμματεύς: Δημ. Καραμάνης.

Αστυνομικόν Τμήμα. Διοικητής: Δ. Ψινάκης, μοίραρχος, Αθ. Σιδέρης, ανθ/στής.

Ειρηνοδικείον. Ειρηνοδίκης: Μιλτ. Μακρόπουλος (ορθό: Μαρκόπουλος), υπογραμ.: Ξεν. Σουσαμλής

Υποθηκοφυλακείον-Συμβολαιογραφείον: Γρηγ. Κουνέλλης.

Τ.Τ.Τ. γ ρ α φ ε ί ο ν. Διευθυντής: Μιχ. Χατζηευστρατίου. Τηλέφωνον. Προϊστάμενος: Μεν. Χατζηπροκοπίου.

Ληξίαρχος. Θεόδ. Τσάτσος.

Αγροτικόν Συμβούλιον. Πρόεδρος: Στ. Χατζηεμμανουήλ.

Φιλανθρωπικά Ιδρύματα

Σανατόριον Αγιάσσου η «Υγεία». Πρόεδρος: η Α.Σ. Ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος. Διευθυντής: ο ιατρός Ευστράτ. Αντωνίου, φυματιολόγος.

Ιερόν Νοοοκομείον, πρόεδρος Θ. Σοσώνης, αρχιερατικός επίτροπος ως αντιπρόσ. του Σ.Μ. Μυτιλήνης, Αντιπρόεδρος: Δ. Χατζησπύρος.

Φιλόπτωχος Αδελφότης, Πρόεδρος: Π. Ευαγγελινός. Αντιπρόεδρος: Ευστρ. Χατζηπροκοπίου.

Ξενών της Παναγίας.

Σύλλογοι-Σωματεία

Γυμναστικός, πρόεδρος: Ευστρ. Καβαδέλλης

Ερασιτεχνικός, πρόεδρος: Χ. Χατζηπαναγιώτου

Κυνηγετικός, πρόεδρος: Ευστρ. Αλεντάς

Κτηματιών, πρόεδρος: Ιωάν. Τζανετής

 

Συνεταιρισμοί

Ένωσις Συνεταιρισμών Λέσβου, έδρα: Αγιάσσος,  Π. Χατζηευστρατίου. Εις την δύναμιν της Ενώσεως υπάγονται 13 Συνεταιρισμοί.

Ελαιουργ. Πιστωτικός, πρόεδρος: Ε. Πανταζής

Ακτημόνων Καλ/γητών, πρόεδρος: Ε. Πανταζής

Ακτημόνων Καλ/γητών, πρόεδρος: Καμπά Π. Οικονόμου

Μεγάλης Λίμνης, Ε. πρόεδρος: Πανταζής

Ποιμένων-Γαλακτοκόμ., πρόεδρος: Π. Ταμβακέλλης

 

Χωρία

Άγιος Δημήτριος κείται επί της προς τον Πολυχνίτον αμαξιτής οδού: από Αγιάσσον 4 χλμ.

 

Επαγγελματίαι Αγιάσσου

Αγγειοπλαστεία

Κουρτζής Ευστρ., Κουρτζής Νικ., Κουρτζής Παν., Στεφανής Κων., Χατζηγιάννης Αν.

 Άλευρα

Μαλούκης-Σαμοθρακής, Παραμυθέλλης Ε., Παπουτσέλλης Ν.

Αρτοποιεία

Δεληγιάννης Παρ., Ζερβός Ιωάννης, Καζέπης Αντ., Κλήμος Ευστρ., Κοντορέλλης Δημ., Κορομηλάς Ιωάννης, Πατσέλλης Προκ., Σάββας Βασίλειος, Χαλέλλης Παν.

Αυτοκινητισταί

Επιβατικά αυτοκίν.: Αναστασέλλης Ευστρ., Βουλιβούλης Κ., Βουλιβούλης Νικ., Δελόγκος Ιωάννης, Μαστραντωνάς Σταύρος, Μαστραντωνάς Στέλιος.

Φορτηγά αυτοκίν.:Βουλιβούλης Παν., Δούκαρος Χαρ., Καζαντζής Βρ., Κορομηλάς Δημ., Πατσαβέλλας Γεώργ., Σταφίδας Παν.

Αυτοκινήτων πρακτορεία:

Βουλιβούλης Κων.

EPAGGELMATA (3)
Ο Προκόπης Γαββές, ένας πολυτεχνίτης της Αγιάσου, καπνοδοχοκαθαριστής, νεωκόρος, νεκροθάφτης, “οργανοπαίκτης”…

Σπηλιάδης Σταύρος.

Γαλακτοπωλεία

Δελόγκος Γεώργιος, Ορφανός Παν.

Γανωτήρια

Καλαντζής Χρ., Μαστραντωνάς Γρηγ.

Δικαστικοί Κλητήρες

Πετεινός Δημήτριος.

Δικολάβοι

Χατζηπροκοπίου Ευστρ., Βερνάρδος Θεόδ., Μουτζουρέλλης Δημ., Παπασταματίου Ευάγγ.

Έλαια (έμποροι)

Αλεντάς Παν., Μαριγλής Ευρ., Μπράτσος Δημ., Παραμυθέλλης Ευστρ., Σαμοθρακής Λεων., Σκορδάς Ευστρ., Τζίνης Ευστρ., Χατζηπροκοπίου Ε., Χριστοφαρής Παν.

 

 

Ελαιόπανα-Σάκκοι

Γούναρης Παν., Ιγγλεζέλλης Θ. και Υιός, Καχιλέλλης Μεθόδ., Λιγέλλη Αδελφοί.

Ελαιοτριβεία

Ελαιουργ. Συνεταιρισμού, Κοινότητος, Νοσοκομείου, Σκατέλλης (ορθό: Σκουτέλης) Αν. και Σία, Τζαννετή Αδελφοί.

Εργολάβοι

Μπαμπάνης Παν., Σουσαμλής Μιχ., Χατζηεμμανουήλ Βασ.

Εστιατόρια – μαγειρεία

Γιακουμής Αχ., Νίδρας Νεοκλής, Χατζηπαναγιώτου Ιω.

Εφημερίδες

«Αγιάσσος». Διευθυντής: Βασ. Χατζηπαυλής. «Λαϊκή Φωνή». Διευθυντής: Βασ. Ιακώβου. «Παρατηρητής». Διευθυντής: Περ. Τζανετής.

Ηλεκτροφωτισμός

Ιδρυτής: Ε. Δουκάρου, ιατρός. Διάδοχος: Βάνα Ε. Αλάμανέλλη.

Ιατροί

Αντωνίου Ευστρ., Τζανετής Ιωάννης, Χατζηγιάννης Προκ., Χατζηνικολάου Ευστρ.

Καθεκλοποιεία

Καμπάς Κωνστ.

Καπνοπωλεία

Αϊβαλιώτης Λεων., Βασιλάς Σπύρος, Ευαγγελινέλλης Παν., Κουζέλλης Λεων., Κουταλέλλης Παν., Παπουτσέλλη Υιοί, Ρουκέλλης Ευστρ., Τινέλλης Σπυρ.

Καφενεία

Βάλεσης Βασ., Βεγιάζης Ευστρ., Βουλιβούλης Κων., Καμτζουρέλλης Ιωάνν., Κάναρος Ευστρ., Καρατζάς Γεώργ., Κλήμος Ευστρ., Κωμαΐτης Παν., Κουντουρέλλης Παν., Κυπριωτέλλης Μιχ., Μαλακέλλης Σοφ., Νιγδέλλης Γρηγ:, Ντογραματζής Ευστρ., Παδέλλης Οδυσ., Παπαθεοφράστου Ιω., Παπαπορφυρίου Ηλ., Πληγωνιάτης Γεώργ., Σεβαστέλλης Παν., Σιμέλλης Ευστρ., Σκανέλλης Παν., Συκής Βασίλ., Ταγμαλής Ευστρ., Ταμπάκινος Γρηγ., Χαϊδεμένος Ευστρ.

EPAGGELMATA (4)
Μέλη του Συνδέσμου Καφεπωλών “η Ομόνοια” Αγιάσου εορτάζουν. Διακρίνονται από αριστερά: Μαριάνθη Δημέλη (Μαρμάρα), Δημήτριος Π. Μαϊστρέλης, Ευστράτιος Σιμέλης (Σναν’), Πρόεδρος, Προκόπιος Γαββές (νεωκόρος), Ευστράτιος Νιγδέλης (Δοντάς) και Ιωάννης Γεωργίου Δουλαδέλης.

Καφενεία εξοχικά

Ασημένιος Στ. (χωρίον Άγιος Δημήτριος), Ζερδελέλλης Δημ., Κανεμάς Χριστόφ., Κουζέλλης Στυλ., Σαμαράς Χρ. (χωρίον Άγιος Δημήτριος), Τζαναβάρης Ευστρ., Τινέλλης Γεώργ.

Κηπουροί

Καλλίας Χριστόφ., Κουρβανιός Ευστρ., Μπαξεβάνης Δημ., Παπαπορφυρίου Π., Παπουτσέλλης Μιχ.

Κήρυκες δημόσιοι

Πασχάλης Ευστρ.

Κουρεία-Κομμωτήρια

Βερβέρης Παν., Γλεζέλλης Παν., Ζαχαρίας Δη Κολόκας (ορθό: Κλόκας) Ευστρ., Κουμουλάς Ιωάννης, Μαριγλής Σοφ., Παρής Παν., Τοπαλής Γρηγ.

Κρεοπωλεία

Καμάτσος Ναπ., Καραφίλης Ιωάννης, Μπίλιας Ιωάννης, Σκορδάς Παν.

Κτηματομεσίται

Καζαντζής Αθ., Καζαντζής Αντ., Ξανθός Γρηγ.

Κυνηγετικά είδη

Συναδινός Παν.

Λαχανοπωροπωλεία

Γκαγκλέλλης Δημ., Καρέτος Ευστρ., Λινάρδος Αντ., Λινάρδος Γεώργ., Παπαπορφυρίου Δημ., Ταράνης Δημ., Ταράνης Ευάγγ.

Μαίαι

Παπουτσέλλη Ανθή, Κουνή Ειρήνη, Χατζηβασιλείου Μαρία.

Μοδίσται

Γεωργαντή Ελένη, Ταμπακέλλη Μαρία.

EPAGGELMATA (5)
Απεργιακή Επιτροπή Σακοποιών (κλωστοϋφαντουργών) Αγιάσου (1935). Διακρίνονται από αριστερά: Νικόλαος Χατζησταύρος, Παναγιώτης Ταμβακέλης, Αναστάσιος Αργύρας, Οδυσσέας Κουρτσιάδης, Βασίλειος Καμάτσος, Αιμιλία Καχιλέλη, Βασιλική Ταζιανού, Βλοτίνα Κακαλιού, Μιλτιάδης Χουτζαίος και Ευστράτιος Γεωργαντής.

Ξενοδοχεία ύπνου

Βαρού Δημητρούλα, Βουλοτέλλης (ορθό: Βλουτέλλης) Προκ.

Ξυλέμποροι

Βερδούκας Παν., Τζίνης Ευστρ., Χατζηεμμανουήλ Α/φοί.

Ξυλουργεία

Ανανίας Θεόδ., Κονταχλέλης Μιλτ., Σουσαμλής Βασ., Χατζηπαναγιώτου Π.

Οικοδομήσιμος ύλη – Σιδηρικά, Χρώματα

Βασιλάκης Σταύρος, Κοντανέλλης Παν., Χατζηεμμανουήλ Α/φοί.

Οδοντοΐατροί

Καραφίλης Ευστρ., Κοντούλης Αρχοντής, Τζαννετής Οδυσσ. (ορθό: Παναγιώτης).

Πανδοχεία

Βατρικάς Αχ.

Παντοπωλεία

Βαρετέλλης Παν., Δελόγκος Γρ., Κορομηλάς Ιωάννης, Μαλούκης Βασ., Μαριγλής Ευρ., Μαριγλής Παν., Οικονόμου Αδελφοί, Ορφανός Κλεάνθ., Παπουτσέλλης Νικ., Ποδαρά Αδελφοί, Σιάχος Χριστόφ., Σκουτέλλης Π., Σταφίδας Παν., Συναδινός Παν., Τραγέλλης Κων., Φιλιππέλλης Ιωάννης, Χατζηπλής Αθαν., Χατζησάββας Χαρ.

Πεταλωτήρια

Βαδρικάς Αχιλ., Καμπερέλλης Γεώργιος, Κουτσκουδή Αδελφοί, Κυπριωτέλλης Αλκ., Λάζαρος Νικ.

Ποτοποιεία

Ηλιογραμμένος Παν.

Ραφεία

Γλεζέλλης Ευστρ., Λυμπερής Πρόδρ., Μουτζουρέλλης Απ., Ξενέλλης Ευστρ., Παγωτέλλης Παν., Σκορδά Αδελφοί, Τρουβαλή (ορθό: Τουρβαλή) Ευάγγ., Τοουκαρέλλης Κομν.

EPAGGELMATA (6)
Ο Αντώνιος Ηρακλέους Αναστασέλης (αριστερά) και ο παντοπώλης Νικόλαος Παπουτσέλης, ο μετέπειτα αρχιερατικός επίτροπος Αγιάσος.

Βίγλατζης Βασ., Μακρέλλης Παν.

Σιδηρουργεία

Δεμερκέλλης Ηρ., Καμάτσος Πίνδ., Κουτσκουδή Αδελφοί, Πατρικάς Παν.

Συμβολαιογραφεία

Κουνέλλης Γρηγ.

Τραπεζών αντιπρόσ.

«Αγροτική», ο Ελαιουργ. Συνεταιρισμός.

Τσαρουχοποιεία

Καναρέλλη Υιοί, Καναρέλλης Νικ., Κλειδαράς Ευστρ., Ρουμπάνης (ορθό: Ρουμπάπης) Τζάνος, Χριστοφαρής Βασ.

Υδρόμυλοι

Κοντέλλης Γρηγ., Χρυσάφης Βασ.

Υποδηματοποιεία

Βαδρικάς Ιωάννης, Βάλεσης Αντ., Γογοτάς (ορθό: Γουγουτάς) Προκ., Δεμερκέλλης Παν., Καμινέλλης Παν., Καμπουρέλλης Ευστρ., Καπτανέλλης Παν., Καραγιάννης Γεώργιος, Καραγκιοζέλλης Κ., Κλόκας Προκ., Κουνής Σταύρος, Κουρβανιός Γεώργιος, Μπερνίτης (ορθό: Πρινίτης) Μιχ., Παραμυθέλλης Ιωάννης, Πασχαλιάς Ευάγγελος, Τζίνης Δημ., Τοπαλής Ευστρ., Τράγου Γεώργ., Τσουκαλάς Χρ., Χατζηκομνηνού Νικ., Χατζηνικόλας Παν.

Υφάσματα – ψιλικά

Αλεντάς Παν., Βάλεσης Σωκρ., Βασιλάκης Σταύρος, Κιλιτζιάν Τικράν, Μαλακέλλης Ευστρ., Μαλακέλλης Ιωάννης, Παπαθεοφράστου Δ., Σταυρακέλλης Ευστρ., Χατζηπροκοπίου Αλ.

Φανοποιεία

Μουτζούρης Σπυρ., Σουσαμλής Μιλτ.

Φαρμακεία

Ευαγγελινού Παν. και Χατζηλεωνίδας Ιωάννης.

Φωτογραφεία

Χριστοφαρής Ευστρ.

Χρυσοχοεία

Αναστασιάδης Αν., Σκουτέλλης Β.

περιοδικό ΑΓΙΑΣΟΣ, 52-53/1989