Πέρασε πάνω από μισός αιώνας από τότε που άνοιξε τις πύλες της η Μακρόνησος, σαν στρατόπεδο “εθνικής αναμόρφωσης”. Δεκάδες χιλιάδες είναι οι στρατιώτες απ’ όλες τις μονάδες, που πέρασαν από το κολαστήριο αυτό. Πολύ περισσότεροι οι “προληπτικώς συλληφθέντες” πολίτες, άντρες και γυναίκες, από κάθε γωνιά της χώρας μας.
Η φιλοσοφία και οι σκοποί των εμπνευστών και ιδρυτών της Μακρονήσου ήταν η εξουθένωση της εαμικής εθνικής αντίστασης και η συντριβή του ΚΚΕ. Ο λαός μας έπρεπε με κάθε μέσο να υποταχτεί, να σκύψει το κεφάλι, να απαρνηθεί κάθε σκέψη για τα ιδανικά του σοσιαλισμού. Ακόμα έπρεπε να απαρνηθεί την ιστορία που έγραψε, όταν πάλευε με αυτοθυσία ενάντια στους κατακτητές.Η επιλογή της Μακρονήσου για την εφαρμογή ενός σχεδίου ατομικής και ομαδικής τρομοκρατίας, όχι μόνο για τους “μετεκπαιδευόμενους”, αλλά και για όλο το λαό, ήταν ιδανική, λόγω του ότι ήταν χώρος απόλυτα απομονωμένος ως νησί και εύκολα ελεγχόμενος και το βασικότερο κοντά στην Αθήνα.
Η Μακρόνησος, ένα από τα κολαστήρια του παρελθόντος…
Η ιστορία της Μακρονήσου αρχίζει μετά τις εκλογές της 31ης Μάρτη 1946 και το όργιο της τρομοκρατίας που ακολούθησε. Είχε βέβαια προηγηθεί η Συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία ήταν ένας απαράδεκτος συμβιβασμός με οδυνηρές συνέπειες για το δημοκρατικό κίνημα. Από το 1947, που έφτασε το πρώτο αρματαγωγό στη Μακρόνησο, δημιουργήθηκαν τα παρακάτω στρατόπεδα:
• Α΄ Τάγμα Σκαπανέων A΄ ΕΤΟ. Α΄ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών (1947-1953), το οποίο είχε Ειδικό Σχολείο Αναμορφώσεως Ιδιωτών (Ε.Σ.Α.Ι.) 1949-1950 και Στρατόπεδο Αναμορφώσεως Πολιτικών Εξόριστων, καθώς και Στρατόπεδο Γυναικών, όπου μετέφεραν τις γυναίκες από το Τρίκερι το Γενάρη του 1950.• Β΄ Τάγμα Σκαπανέων Β΄ ΕΤΟ. Β΄ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών (1947-1953), το οποίο είχε Ειδικό Σχολείο Αναμορφώσεως Ιδιωτών (Ε.Σ.Α.Ι.) 1949-1950 και το Στρατόπεδο Αναμορφώσεως Πολιτικών Εξόριστων.• Γ’ Τάγμα Σκαπανέων Γ’ ΕΤΟ. Γ’ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών (1947-1953). Το τάγμα αυτό μετατράπηκε σε τεράστιο εργοτάξιο καταναγκαστικών έργων.
• Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (Σ.Φ.Α.) 1947-1950. Από τους πρώτους μεταφέρονται εκεί οι ανήλικοι κρατούμενοι από τα Γιούρα.
• Γ΄ Κέντρο Παρουσιάσεως Αξιωματικών (Γ’ Κ.Π.Α.) 1947-1948.
• Στρατιωτικό Νοσοκομείο Μακρονήσου (Σ.Ν.Μ.) 1943-1953. Σ’ αυτό το στρατόπεδο απομονώθηκαν περίπου 1.100 έφεδροι αξιωματικοί και 90 μόνιμοι.
• Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβιώσεως Πολιτικών Εξόριστων (1948-1950). Η δύναμη του στρατοπέδου αυτού, το πρώτο εξάμηνο του 1949, θα ξεπεράσει τους 12.000 πολιτικούς εξορίστους.
Κρατούμενες στη Μακρόνησο. Μεταξύ τους διακρίνονται η Μαρία Παντελή Πατερέλη, η Ελένη Ευστρατίου Πασχαλιά και ο μικρός Άρης Κυριάκου Πασχαλιάς…
Τα χρόνια αυτά πολλοί είναι οι Αγιασώτες που πέρασαν για “αναμόρφωση”, είτε ως στρατιώτες είτε ως πολιτικοί κρατούμενοι. Από αυτούς αναφέρονται οι παρακάτω: Ευστράτιος Παναγιώτου Αβδελέλης, Μιχαήλ Αντωνίου Αγρίτης, Νικόλαος Αγρίτης, Κωνσταντίνος Βασιλείου Ανεζίνος, Ιωάννης Γρηγορίου Βέτσικας, Ιωάννης Παναγιώτου Ιακώβου, Γεώργιος Προκοπίου Καζαντζής, Παναγιώτης Νικολάου Κακαλιός, Ευστράτιος Καλαντζής, Αντώνιος Φωτίου Καναρέλης, Παναγιώτης Ευστρατίου Καπάτος, Παναγιώτης Κεραμιδάς (Αραπίνα), Οδυσσέας Ευστρατίου Κλήμος, Ιωάννης Χριστόφα Κουρβανιός, Γεώργιος Προδρόμου Λιμπερής, Μιλτιάδης Προδρόμου Λιμπερής, Πρόδρομος Λιμπερής, Παναγιώτης Θεοδώρου Μαγλογιάννης, Σαραντινός Μιλτιάδη Μαλιάκας, Παναγιώτης Μαλούκης, Βασίλειος Θεμιστοκλή Νουλέλης, Γεώργιος Κωνσταντή Παπάνης (Λιόλιας), Δημήτριος Παναγιώτου Σαρέλης, Ευστράτιος Νικολάου Τζανετόγλου, Φώτιος Αντωνίου Τζανής, Βασίλειος Παναγιώτου Τσιβγούλης, Ανδρέας Γρηγορίου Τσοκαρέλης, Παναγιώτης Τσοκαρέλης και Προκόπιος Ευστρατίου Χριστοφαρής. Και πολλοί άλλοι πέρασαν από εκεί, λόγω των δημοκρατικών τους φρονημάτων ή λόγω του ότι είχαν συγγενείς μαχητές στο Δημοκρατικό Στρατό. Γιατί, ας μην ξεχνάμε ότι, αν και ο εμφύλιος είχε λήξει στρατιωτικά στο Γράμμο το 1949, εδώ το τελευταίο γερό χτύπημα έγινε στις 2 Νοέμβρη 1950, με το θάνατο των Αντωνίου Αγρίτη, Χαράλαμπου Θεοδοσίου, Παναγιώτη Καρέτου ή Καρετέλη, Ελευθερίου Παπαθανασίου και Κυριάκου Πασχαλιά. Έτσι συναντάμε οικογένειες ολόκληρες να είναι εκτοπισμένες, άντρες και γυναίκες, ακόμα και γονείς, σε μεγάλη ηλικία, μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού. Κορυφαία εγκληματική πράξη κατά των κρατουμένων αποτελεί το μακελειό στο Α’ ΕΤΟ στις 29 Φλεβάρη και 1 Μάρτη του 1948, με αδιευκρίνιστο ακόμα αριθμό νεκρών και τραυματιών.
Αναμνηστική φωτογραφία από τη Μακρόνησο (Ιούλης 1949).
Διακρίνονται, από αριστερά, όρθιοι: 1.(;). 2.Παναγιώτης Κεραμιδάς (Αραπίνα ).3.Ευστράτιος Νικολάου Τζανετόγλου. 4.(;). 5.Ευστράτιος Καλαντζής. 6.Νικόλαος Αγρίτης. 7.Πρόδρομος Λιμπερής.
Καθήμενοι: 1. Μιχαήλ Αντωνίου Αγρίτης. 2.Ανδρέας Γρηγορίου Τσοκαρέλης. 3.(;). 4.Μιλτιάδης Προδρόμου Λιμπερής. 5.Παναγιώτης Τσοκαρέλης. (Από το Αρχείο του Γιάννη Χατζηβασιλείου. Παραχωρήθηκε από το Γεώργιο Σάββα)
Ο ελληνικός λαός, με τις εκλογές του 1950 και με την ευεργετική επίδραση της διεθνούς κοινής γνώμης, έβαλε τέλος σ’ αυτόν τον εφιάλτη. Διέλυσε τα στρατόπεδα της Μακρονήσου το 1954, τα όποια όμως με ελάχιστους φαντάρους διατηρούνται έως το 1957.Από το 1961, με τη μεταστέγαση και των Στρατιωτικών Φυλακών Αθηνών (Σ.Φ.Α.) στο Μπογιάτι, το ελληνικό κράτος παρέδωσε τον ιστορικό χώρο στην καταστροφική μανία του χρόνου, του ανθρώπου και των συμφερόντων. Μέχρι και δημοπρασία προκήρυξε για την αποξήλωση των μνημείων της ντροπής και την πώληση χρήσιμων δομικών υλικών. Το επίσημο κράτος επιχειρούσε να κρύψει την ντροπή του με την έμμεση ή άμεση καταστροφή του “Νέου Παρθενώνα”, που το ίδιο δημιούργησε. Χρειάστηκε μεγάλος και μακροχρόνιος αγώνας, για να κηρυχτεί, επί υπουργίας Μελίνας Μερκούρη, ολόκληρο το νησί ιστορικός τόπος και όλα τα κτίρια των στρατοπέδων διατηρητέα μνημεία.
Γυναικόπαιδα σε στρατόπεδο (πιθανότατα, Ικαρία 1947-1948). Μεταξύ τους διακρίνονται η Ελένη Ευστρατίου Πασχαλιά, η Μαριάνθη Ιωάννου Γζουντέλη (Τινού), η Μαρία Παναγιώτου Χρυσάφη, η Βλοτίνα Ιωάννου Γζουντέλη (Τινού), η Νεφέλη Παντελή Πατερέλη…
(Από το Αρχείο του Γιάννη Χατζηβασιλείου)
Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι η Μακρόνησος είναι ένα νησί μνημείων και μαρτυρίων και ότι θα μείνει για πάντα στη μνήμη του λαού μας ως τόπος βασανισμού και πόνου και ως σύμβολο αντίστασης στη βία και στο βιασμό της συνείδησης.
Πρόσφατα γιορτάσαμε με διάφορες εκδηλώσεις τα 100 χρόνια δράσης του Πνευματικού μας Κέντρου, του Αναγνωστηρίου «η Ανάπτυξη». Στο πέρασμα της εκατονταετηρίδας το Αναγνωστήριο δέχτηκε πολλές φορές κατηγορίες από ανθρώπους, με απώτερο σκοπό να σταματήσει τη δράση του, η οποία, κατά τη γνώμη τους, θα τους ζήμιωνε.
Θα αναφερθώ σύντομα σ’ ένα γεγονός του 1945. Τότες το Αναγνωστήριο στεγαζόταν απέναντι από το άλλοτε φαρμακείο Πάνου Ευαγγελινού-Γιάννη Χατζηλεωνίδα, σ’ ένα παλιό μαγαζί των αδελφών Πουδαρά. Ήταν φθινόπωρο και επισκέφθηκε την Αγιάσο ο τότε Διευθυντής της Νομαρχίας Μυτιλήνης, ονόματι Παπουτσάνης. Πήγε λοιπόν στο Αναγνωστήριο και με το πρόσχημα ότι ξέφυγε από το σκοπό του έκλεισε παράνομα τις πόρτες και τα παράθυρά του, χωρίς όμως να το κλειδώσει με λουκέτο. Πέρασαν δυο μέρες και μια παρέα από μέλη του Αναγνωστηρίου αποφασίσαμε να πάμε να ανοίξουμε και να μπούμε μέσα. Εξάλλου εμείς ήμασταν οι νόμιμοι, άλλοι παρανόμησαν…
Χωρίς να χάσει καιρό, όπως ήταν φυσικό, ο καλοθελητής ανέβηκε και ειδοποίησε τη Χωροφυλακή. Σε λίγα λεπτά πάνοπλοι χωροφύλακες κατέβηκαν, για να συλλάβουν τους ανυπότακτους, αυτούς που τόλμησαν να μπουν στο σπίτι τους, στο Αναγνωστήριο, στο δημιούργημα των αγράμματων παππούδων μας, που διψούσαν να μορφωθούν και να λευτερωθούν απ’ τη σκλαβιά 500 περίπου χρόνων και να σκεφθεί κανείς πως το Αναγνωστήριο, ένα χρόνο πριν, έγινε ο μπροστάρης, ενός καινούριου, θα λέγαμε, 1821. Μέσα από αυτό στις 25 του Μάρτη του 1944 ξεδιπλώθηκε η γαλανόλευκη και σύσσωμος ο λαός της Αγιάσου στεφάνωσε το μνημείο των ηρωικών νεκρών μας. Εδώ θα μπορούσαμε να γράψουμε πολλά, αλλά σεβόμαστε το χώρο του περιοδικού μας. Αφού λοιπόν μας έβγαλαν έξω, μας οδήγησαν στο σταθμό. Εντωμεταξύ στην Αγιάσο έπεσαν πυροβολισμοί για δημιουργία έκρυθμης κατάστασης. Άρχισε το «κουβάλημα» 50-60 ατόμων, που δεν είχαν καμιά ανάμειξη. Την επαύριο άρχισε η αποσυμφόρηση. Μετά από μήνες έγινε δίκη. Δικάστηκαν τρεις με μικρές ποινές. Το Αναγνωστήριο ανέστειλε τη δράση του και κλειστό έμεινε πάνω από 5 χρόνια…
Η ιστορία της Εθνικής μας Αντίστασης, παρ’ όλη τη μέχρι τώρα προσπάθεια να ξεχαστεί, να διαστρεβλωθεί, να αποσιωπηθεί, είναι σ’ όλους μας γνωστή, στον έναν ή άλλο βαθμό. Έχει γίνει ζωντανό σύμβολο αγώνα και δράσης, παρ’ όλο που πολλά γεγονότα της, πολλές πτυχές της είναι ακόμα κρυμμένες και ποικίλες σκοπιμότητες μέχρι σήμερα άφηναν αδιευκρίνιστα πολλά σημεία του καιρού αυτού.
Σήμερα που αρχίζουμε να ξεβγάζουμε από πάνω μας τη σκουριά της ιστορικής μονομέρειας, που προσπαθούμε να δούμε με κριτική σκέψη και διαύγεια τα ιστορικά μας γεγονότα πέρα από θριαμβολογίες, σκοπιμότητες κάθε είδους, επιφανειακές και απλουστευτικές αναλύσεις, απαραίτητο είναι να φέρνουμε στη μνήμη μας, να καταγράφουμε και να καταξιώνουμε όλα εκείνα τα γεγονότα, όλα αυτά τα στοιχεία που συνθέτουν το κεφάλαιο της Εθνικής Αντίστασης.
Στη Λέσβο ιδιαίτερα η Εθνική Αντίσταση παρουσιάζει σελίδες αγωνιστικής αυτοθυσίας, που μέχρι σήμερα, κάτω από τις γνωστές συνθήκες του διωγμού της, δεν έχουν συγκεντρωθεί. Αν κάποτε γίνει συστηματική συγκέντρωση όλων των στοιχείων και μαρτυριών των χρόνων αυτών, σίγουρα η ύλη αυτή θα είναι σημαντικής συμβολής στην ιστορία της Εθνικής Αντίστασης.
Έτσι, στη διαδικασία της ιδιόρρυθμης αυτής ιστορικής καταγραφής, αναφέρουμε ένα αξιοσημείωτο γεγονός, πραγματικά ιστορική σελίδα, άγνωστη (παλλεσβιακά και πανελλήνια) στα περιστατικά της, την έκτασή της και τη σημασία της. Μόνο τυχαία έχει γίνει λεκτική της αναφορά σε 2-3 σχετικά με την περίοδο εκείνη δημοσιεύματα. Πρόκειται για την αντιστασιακή εκδήλωση στις 25 του Μάρτη του ’44, στην Αγιάσο.
Πριν προχωρήσουμε στην ιστορική έκθεση του γεγονότος, για να συλλάβουμε όλες του τις διαστάσεις και το πληρέστερο νόημά του, σκόπιμο θα είναι να ανατρέξουμε στις κάθε είδους συνθήκες του χώρου της Αγιάσου στην περίοδο αυτή.
Η Αγιάσος της εποχής εκείνης ήταν ένα από τα σπουδαιότερα μέρη της Λέσβου, αν όχι το σπουδαιότερο, από πλευράς οργάνωσης και μαζικότητας του αριστερού κινήματος. Η απαρχή του ανάγεται στην εποχή ακόμα που δημιουργούνται τα πρώτα αριστερά κόμματα στην Ελλάδα. Από τη Μικρασιατική καταστροφή κι ύστερα ανδρώνεται και βάζει στέρεα θεμέλια ανάπτυξες του. Στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά δρουν οργανωμένοι πυρήνες του τότε ΚΚΕ, καθ’ όλα τους τα στοιχεία και επακόλουθα (προκηρύξεις, αναγραφή συνθημάτων, συλλήψεις, κακοποιήσεις, φυλακίσεις κλπ.).
Στην περίοδο που ακολουθεί την κατάρρευση του μετώπου, Απρίλης ’41 κι ύστερα, οι συνθήκες και οι συνέπειες της Κατοχής είχαν ιδιαίτερο βάρος στην Αγιάσο. Στο φοβερό χειμώνα του ’42 έχουμε αμέτρητα θύματα πείνας, πολλά από τα οποία ξεψυχούν μέσα στους δρόμους του χωριού. Με φρίκη θυμούνται οι παλιότεροι τα σκελετωμένα παιδιά, που με τις σπαραχτικές τους παρακλήσεις, από πόρτα σε πόρτα, ζητούσαν ένα κομμάτι ψωμί. Ιδιαίτερα τις νύχτες οι φωνές αντάμωναν κι έκαναν στο χωριό ν’ αντηχεί κάτι σαν μακρόσυρτος θρήνος.
Μέσα σε τέτοιες εξουθενωτικές συνθήκες έρχονται τα πρώτα μηνύματα από την ίδρυση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Το ΕΑΜ, η μαζικότερη οργάνωση της Κατοχής, γρήγορα αγκαλιάζει όλα τα στρώματα του πληθυσμού και παίρνει έναν πανεθνικό χαρακτήρα. Η Λέσβος τότε, κάθε προοδευτικής κοινωνικοπολιτικής κίνησης, αναδείχνεται χώρος ιδιαίτερης οργανωτικής δύναμης του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, παρ’ όλη τη μειονεκτική θέση από πλευράς γεωγραφικής που έχει ένα νησί.
Η Αγιάσος γρήγορα κι αυτή απαντάει στο προσκλητήριο κι αρχίζει να ανασυντάσσει τις δυνάμεις της. Η κινητοποίηση πια τώρα έχει πάρει έναν πλατύ χαρακτήρα. Στις γραμμές του ΕΑΜ μπαίνουν άνθρωποι κάθε επαγγέλματος και ταξικής προέλευσης. Η πλειοψηφία των εγγραμμάτων και διανοουμένων του χωριού, επανδρώνει την οργάνωση και βρίσκεται επικεφαλής της.
Το Μάρτη του ’44 η κεντρική οργάνωση του ΕΑΜ Λέσβου, στη Μυτιλήνη, παίρνει απόφαση να γιορταστεί η εθνική επέτειος στα διάφορα μέρη, με ανοιχτές εκδηλώσεις και σε πλαίσια τέτοια που να φαίνεται πως πρόκειται για κάτι το οργανωμένο, όχι όμως και να δοθούν προσχήματα δίωξης και ενδεχομένως αντιποίνων από τις γερμανικές αρχές Κατοχής.
Στην οργάνωση της Αγιάσου, όταν γίνεται γνωστή η απόφαση, καταρτίζεται πλατιά επιτροπή, που θα προετοίμαζε το γιορτασμό. Πράγματι στις 25 του Μάρτη, αφού η εκδήλωση είχε γίνει γνωστή σ’ όλο το χωριό, με πρωτοφανή συμμετοχή των κατοίκων του, που είχαν κατακλύσει το χώρο της Αγοράς και τους γύρω δρόμους, αρχίζει στο μεγάλο κεντρικό καφενείο, στην «Καφενταρία», με ομιλίες για την εθνική γιορτή και το νόημά της, απαγγελίες ποιημάτων και τέλος τον Εθνικό Ύμνο. Η εκδήλωση τυπικά είχε τελειώσει. Όμως σε τέτοιες στιγμές τα τυπικά στοιχεία δεν αρκούν για να ολοκληρωθεί κάτι. Το συγκεντρωμένο πλήθος δε διαλύεται. Ο καταπιεσμένος από την τετράχρονη φασιστική Κατοχή λαός, στη μέρα της εθνικής του γιορτής αποζητάει τρόπο να εκφραστεί, να ξεσπάσει, να βροντοφωνάξει για « το δίκιο και τη λευτεριά».
Από το παλιό οίκημα του Αναγνωστηρίου, που βρισκόταν παράπλευρα στην «Καφενταρία», στο «Χάνι» της Εκκλησιάς, μεταφέρεται στην αγορά η σημαία του Ιδρύματος, όπου και ξεδιπλώνεται. Επακολουθούν επευφημίες και ζητωκραυγές, ενώ ο συγκεντρωμένος όγκος με την ελληνική σημαία μπροστά, περιέρχεται τους κεντρικούς δρόμους του χωριού, τραγουδώντας αντάρτικα τραγούδια της Αντίστασης.
Όταν η πορεία αυτή έφτασε στο γεφύρι του «Σταυριγιού», ο νεαρός τότε αγωνιστής της Αριστεράς -μακαρίτης σήμερα – Μιχάλης Συνοδινός ανέβηκε πάνω σ’ ένα τραπέζι και μίλησε ανοιχτά πια εναντίον των Γερμανών, μέσα σ’ ένα ξεχειλισμένο, από άκρατο ενθουσιασμό και παλμό, πλήθος.
Η οργανωτική επιτροπή, παρ’ όλο που η εκδήλωση θα γινότανε μέσα σ’ ένα «νόμιμο», κατά κάποιο τρόπο, κλίμα, ωστόσο είχε πάρει τα μέτρα της από ενδεχόμενη παρουσία των Γερμανών. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως στην Αγιάσο δεν υπήρχε Γερμανικός Σταθμός και λίγες φορές είχαν κάνει την εμφάνισή τους τυπικά. Στη θέση «Λάρσος», στα μισά περίπου της απόστασης Αγιάσου – Μυτιλήνης, είχαν εγκατασταθεί σκοπιές, οι οποίες σε περίπτωση εμφάνισης των Γερμανών θα ειδοποιούσαν με φωτιές, αντίστοιχες σκοπιές στα υψώματα της Αγιάσου. Οι σκοπιές συνεχίστηκαν και για δυο μέρες ακόμα, ένα λογικό χρόνο, στον οποίο θα μπορούσαν οι Γερμανοί να πληροφορηθούν την εκδήλωση και να επέμβουν. Την 3η μέρα τα μέτρα ασφάλειας χαλάρωσαν και για τον επιπρόσθετο λόγο πως εκείνη τη μέρα, 28 Μάρτη, είχε χιονίσει σ’ ένα μέτρο περίπου.
Οι Γερμανοί όμως, πληροφορημένοι από την πρώτη κιόλας μέρα, διάλεξαν τη μέρα αυτή ακριβώς για να αιφνιδιάσουν. Με μεγάλες δυνάμεις καταφθάνουν από το δημόσιο δρόμο και στήνουν πολυβόλα στις άκρες του χωριού, σε σημείο τέτοιο που να ελέγχουν κάθε δυνατή έξοδο. Συγχρόνως αρχίζουν να γαζώνουν τον καθένα που γίνεται αντιληπτός να διαφεύγει. Από τις ριπές των πολυβόλων σκοτώνεται επιτόπου ο Στρατής Γραμμέλλης κι ένα 15χρονο κορίτσι, η Ελένη Τζαναβάρη.
ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΙΑΣ
Στο δρόμο που τραβάει έξω από το χωριό, λίγο πιο πάνω από το νεκροταφείο, ήταν συγκεντρωμένα αρκετά άτομα της οργάνωσης του ΕΑΜ της Αγιάσου που στα δευτερόλεπτα των διαστημάτων δυο ριπών, προσπαθούσαν νά διαφύγουν. Και στο σημείο αυτό θα σταθούμε σε μια ηρωική και τραγική περίπτωση. Ο Στρατής Πασχαλιάς, μέλος της οργάνωσης, τραυματίζεται στην προσπάθειά του να διαφύγει. Οι Γερμανοί καταφθάνουν, για να τον συλλάβουν σε κακά χάλια. Επάνω του υπάρχει ένα χαρτί με ονόματα κι ένα περίστροφο. Ο Στρατής Πασχαλιάς στο ολιγόχρονο και κρίσιμο αυτό διάστημα μασάει και καταπίνει το χαρτί με τα ονόματα και δεν προλαβαίνει να πετάξει από πάνω του το όπλο, το μοναδικό στοιχείο που θα τον ενοχοποιούσε. Οι Γερμανοί, πεπεισμένοι για την «ενοχή» του, τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο κι αρχίζουν να τον θεραπεύουν. Όταν τελειώνει η θεραπεία, τον οδηγούν στην Γκεστάπο της Μυτιλήνης για ανάκριση. Δε μίλησε. Σύμφωνα με πληροφορίες της οργάνωσης, στα κρατητήρια της κομαντατούρας, έκανε αποτυχημένη απόπειρα αυτοπυρπόλησης, ακριβώς για να μη μιλήσει. Λίγο αργότερα τουφεκίστηκε μαζί μ’ άλλους πατριώτες στα Τσαμάκια.
ΣΤΡΑΤΗΣ ΓΡΑΜΜΕΛΗΣ
Αλλά οι Γερμανοί δε σταματούν ως εδώ. Αφού πιάσουν 40 ομήρους τυχαία, όσους βρήκαν στην αγορά, τους συγκεντρώνουν σ’ ένα καφενείο και τους μεταφέρουν στη Μυτιλήνη, στο χώρο της Ακαδημίας, που λειτουργούσε κατά κάποιο τρόπο σαν στρατόπεδο συγκέντρωσης. Από αυτούς άλλους αφήνουν ελεύθερους κι άλλους κλείνουν στις φυλακές. Οι τελευταίοι ελευθερώνονται αργότερα από ομάδα «κομάντος», που είχε έρθει από τη Μ. Ανατολή.
Στο μεταξύ οι Αρχές Κατοχής, πληροφορημένες για καλά για τα «έκτροπα» της Αγιάσου, αρχίζουν να καταζητούν συγκεκριμένα πια άτομα. Σαν υπεύθυνους πρωταίτιους αναζητούν τους Στρατή Αναστασέλλη (Τασιό), Στρατή Καβαδέλλη, Μαρίκα Κοντούλη, Όμηρο Κοντούλη, Βασίλη Νουλέλλη, Μιχάλη Συνοδινό, Παναγιώτη Τζανετή, Σωκράτη Φραντζή. Από τους καταζητούμενους δεν πιάνεται κανένας. Η Μαρίκα κι ο Όμηρος Κοντούλης, καθώς κι ο Παναγιώτης Τζανετής, περνούν στη Μ. Ανατολή. Οι υπόλοιποι κατόρθωσαν να καταφύγουν στο βουνό. Εκεί αρχίζει η σύνδεσή τους με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ της Λέσβου, καθώς και ο εξοπλισμός μικροομάδων, από όπλα που μαζί τους έφεραν οι καταδιωγμένοι ή από αυτά της οργάνωσης που ήταν φυλαγμένα σε κρύπτες.
Στην Αγιάσο τώρα ένας παγερός φόβος και μια βουβή αγωνία κυριαρχεί. Αν τα στημένα πολυβόλα των Γερμανών θα επαναλάβουν μια τραγωδία όμοια με εκείνη των Καλαβρύτων. Ο ραδιοφωνικός σταθμός του Λονδίνου, μεταδίδοντας το γεγονός, μιλά ήδη για μια τέτοια τραγωδία. Τα τελευταίου τύπου οπλοπολυβόλα, που είχαν μεταφερθεί από τη γραμμή «Μαζινό», είχαν στηθεί και σε αρκετή απόσταση από την Αγιάσο, σε θέση βολής προς αυτήν. Έτσι είχαν γίνει αντιληπτά από τις διάφορες αντιστασιακές ομάδες, οι οποίες πιστεύοντας πως κάτι σοβαρό συμβαίνει στην Αγιάσο, μετέδωσαν από τον ασύρματο της Βαρειάς τις τέτοιες πληροφορίες στο Ραδιοφωνικό Σταθμό του Λονδίνου. Πραγματικά οι προθέσεις των Γερμανών κάτι ανάλογες πρέπει να ήταν.
Συγκεκριμένες πληροφορίες αναφέρουν πως ο μακαρίτης Δεσπότης της Μυτιλήνης Ιάκωβος, μεσολάβησε επίμονα στις Γερμανικές Αρχές για τη σωτηρία της Αγιάσου.
Ένα όμως είναι βέβαιο. Οι Γερμανοί είχαν αποφασίσει, πως, αν σκοτωνόταν έστω κι ένας στρατιώτης τους, τα αντίποινα θά ‘ταν σκληρά και θα έπαιρναν μεγάλες διαστάσεις. Η οργάνωση που είχε εξοπλιστεί κι είχε καταφύγει εξολοκλήρου σχεδόν στο βουνό, διαισθάνθηκε κάτι τέτοιο και δεν προχώρησε σε πράξεις βίας εναντίον των Γερμανών.
25-28 Μάρτη ’44. Άλλη μια πτυχή, άλλη μια σελίδα της Αντίστασης στην Αγιάσο, στη Λέσβο, στην Ελλάδα. Δηλωτική της αυθόρμητης, της ηρωικής, της μαζικής συμμετοχής του λαού μας στην υπόθεση της λευτεριάς του και της προόδου του. Πρωταγωνιστές της, επώνυμοι και ανώνυμοι άνθρωποι της μάζας, άλλοι ζουν κι αναπολούν, πικραμένοι ίσως κι απογοητευμένοι καμιά φορά, τις μεγαλειώδεις εκείνες μέρες, άλλοι έχουν χαθεί στον αγώνα για ένα καλύτερο αύριο κι άλλοι έχουν χαθεί ή καμφθεί βιολογικά. Σίγουροι βέβαια είναι και είμαστε όλοι, πως, παρ’ όλους τους δύσκολους καιρούς που ήρθαν μετά, παρ’ όλες τις ήττες, τα πισωγυρίσματα, τη μη δικαίωση του αγώνα αυτού, τίποτε δεν ήταν ανώφελο και τίποτα δεν πήγε χαμένο. Σήμερα μένουν τα μηνύματα και τα σύμβολα αυτού του αγώνα, μένει ο προβληματισμός, η ενόραση και η διδαχή για το μέλλον.